No comments yet

ΠΥΡΟΚΡΟΤΗΤΗΣ ΟΔΟΙΠΟΡΟΣ

Συντάκτης:

Το σύνθημα της αυγής βουίζει όταν έχεις απομείνει μόνος πια. Όταν το μόνο αστέρι που μένει να σε συντροφέψει είναι αυτός ο άφθαρτος κόκκος που σε οδήγησε βαθιά στη ζούγκλα της μυσταγωγίας με την έλξη του αποπλανημένου προορισμού του. Αυτός ο άσβεστος οβάλ κόκκυγας του φαροδείκτη, το δόλωμα το απαστράπτον στην περιφορά της αστροποίκιλτης δάδας, που παίζει έξαλλα με το απατηλό γόητρο του τρόμου σ’ ένα απλησίαστο στερέωμα ενατένισης, εκεί που η συγκινημένη αεικινησία δίχως τέλος προσεγγίζει το αστραπιαίο αντι-είδωλο της φυγής. Σαν λεμούριος στην αρχή, σαν γκιώνης και μαυριδερό αρπακτικό που καιροφυλακτεί το θήραμα, σαν αστρικός ψίθυρος και σίφουνας του παραβάτη θεού, σαν υποψία ολοκληρωτικού νεύματος απ’ τα αναρίθμητα στοιχειά που κοσμούν και θωπεύουν την περιφέρεια της όρασης. Ανοίγει γοερά, σαν το παρθενικό ματόκλαδο του Ηρικεπαίου, με όλη την αυτοδίκαιη, θορυβώδη ισχύ του νεογέννητου που σπέρνει ταραχή χωρίς αιδώ στα κοιμώμενα μάγματα. Η πιο απόκοσμη ζωτικότητα, ποτάμι σύμμικτο με τη νυχτόβια ψυχοπλημμύρα των πλασμάτων που ομοθυμούν. Μια δρακόντεια γεώτρηση απ’ τα ορυκτά της συνείδησης που ομογενοποιεί τα σπαραγμένα ρινίσματα των φαινομένων για να τα εξαχνώσει στον αφρό της πιο καλαίσθητης αντανάκλασης. Ό,τι μοιραίο κι αν έγινε, τώρα επιπλέει λυμένο στο μεϊντάνι του ωκεανού, με τα χιλιάδες επεισόδια της προσωπικότητας ραγδαία να καθηλώνονται στη μασκαράτα της κατάφωρα υπεροργασμικής γενεαλογίας τους. Τα βαρίδια να πέφτουν ανυψώνοντας το αερόστατο ως την εξαϋλωτική άφιξη στο θέλημα των απαρχών που εισχωρεί στο επανειλημμένο του κεραυνοβόλημα, πέραν του ατόμου, πέραν του χρόνου. Κι έτσι είναι που βιώνεις την επιστροφή και την απόσυρση, σαν την πιο αβυσσαλέα εκπνοή του θυμικού που επιτέλους σκορπά μακριά τα σύννεφα του απ’ τον θρυλικό κήπο του ενεστώτα. Αξεδιάλυτες περικοκλάδες γύρω από κιονόκρανα έμψυχων ειδών που αφήνουν πίσω, όπως το πέλμα του αναβάτη αφήνει το σκαλί, νεύρα σπειροειδή, του κάθε τριγμού και οράματος, μιας έκθαμβης πολυπλοκότητας που περιελίσσεται στη λαβή της φευγαλέας δίνης. Εκεί ψηλά σε αλαφιάζει το θεοφανές μεσουράνημα που τόσο πελώριο δεσπόζει πάνω απ’ το συνοφρυωμένο σώμα σου. Πρόθεση άλλοτε μαθημένη στο αγκομαχητό της θνητής της υλοποίησης και τώρα να που χάσκει διάπλατα μές την πολυόμματη βεντάλια που απέκρυψε με το φράγμα της η γητεία και το ταμπού της ισόβιας μορφής. Ο λύχνος, ο αψηλάφητος φωσφόρος που τον νοτίζουν τα καταρρακτώδη νάματα μιας κατάνυξης χωρίς έρεισμα παραμικρό. Το κροτάλισμα της ανακούφισης που στιγματίζει, πως κι αν έφαγες το μανιτάρι, κι αν με ανορθόδοξο θράσος λούφαξες από την πίσω πόρτα της ψυχής σαν κυνηγημένο ερίφιο που σκαρφαλώνει μονοπάτια ασημείωτα, είναι παρόλα αυτά η φιλοπερίεργη ευγένεια του προπέτη που σε διασώζει. Η διαβεβαίωση που πλημμυρίζει την καρδιά πως κι αν αναποδογυρίσει ο κόσμος, εσύ είσαι πάντα το ευγενέστατο κι απρόσβλητο τέκνο, ο αποστάτης πρίγκιπας μες το ζωηρό φέρσιμο του πειραματισμού που θεμελιώνει η ούτως ή άλλως, συντροφική πρωτοβουλία. Μια βολίδα που εκτροχιάζεται μόνο και μόνο για να μεγεθύνει τον δακτύλιο του βαρυτικού ανακρούσματος πανηγυρικά. Θα ‘σαι πάντα ο προωθητικός δείκτης της αποκάλυψης κι ο αναγκαίος πόλος στη μητρική υποδοχή του απείρου που λειαίνει τις εξωφρενικές καμπές του σημαδιού σου. Αρκεί μόνο να κόψεις την άγκυρα. Αρκεί ο εμπιστευτικός ασπασμός στο μέτωπο που κερδίζουν όσοι κρατάν τα χέρια ενωμένα μπρος στον αόρατο κατακλυσμό της Πνοής. Ο κόκκυγας του φωτός θα ασπαίρει πάντα εκεί: σ’ όσες περιπέτειες κι αν ξεστρατίσει το βήμα σου, εν τέλει θα καταβληθείς απ’ την κόπωση της ασυναγώνιστης αλήθειας και θ’ αφήσεις τα όπλα για το αιθέριο μάγεμα που πλευροκοπά τον χορευτή με τον ολισθηρό ελιγμό της φαντασμένης «επιπολαιότητας». Ο υιός ας γίνεις, που σπαταλά την προίκα στη καζίνο του αυτοσαρκασμού καθώς φυσά τα βούκινα των παρελάσεων στο μόνο περιουσιακό χασμουρητό του. Ένα βήμα πριν τον γκρεμό: ωσάν τον αρχέτυπο Ηλίθιο των Ταρώ, θα σε αποσβολώσουν τα καρούλια που σχηματίζει το μετάξι απ’ τα φτερά της νυμφαλίδας γύρω απ’ τις κλωστές της αιφνίδιας ηλιακής εκτύφλωσης. Θυμωμένος ο ουρανός κι ο αθώος με το λοφίο του σαν κληματσίδα ανεμίζει στα δέλτα των κεραυνών, ανέμελος για τον όλεθρο και τον πάταγο, βιδωμένος στην άνωση, έτοιμος πια να εξορμήσει απ’ τη ζούγκλα που τον κένωσε – άλτης της πυρηνικής εκτίναξης.

Χρήστος Γάλλιος Νανδέος
Συνωμότης στις εξωτικές περιπάθειες των Ροβινσώνων και ανεπίκαιρος μάρτυρας στο ανυπόθετο έλεος των θαυμάτων. Οπλίτης στις ξέφραγες φάλαγγες της Εαροσύνης αλλά και αδηφάγος του νόστου! Πλανόδιος με φτερό στο κασκέτο, σε παραδρομές βουλιμίας και σχεδόν προσευχής. Αναγνωρίζω κι ακουλουθώ μια μόνον διαφεύγουσα δικαιοσύνη, στο υπέδαφος της ουρανότευκτης σποράς που οργώνουν οι κολασμένοι, οι ενορατικοί, οι ανέστιοι βασιλείς και οι ευγενείς του πόνου. Σπουδάζω κατανυκτικά τη θνησιγένεια, την εθελούσια ανοησία και τις σφοδρές ανοικειότητες της κατάπληξης. Αναζητώ ηλιακά μαργαριτάρια σε νυκτιφρούρητες κρυψώνες και ρυάκια πεμπτουσίας στα σπήλαια του αχαρτοράφητου. Σκοπός μου, να σβήσω την ιστορία μέσα στη μουσική, να τυφλώσω το πεπρωμένο με αστραπιαίες μονοκοντυλιές της έμψυχης πυράκτωσης και να διαρρήξω όλα τα πέπλα μεταξύ νοητού σπινθήρα κι εντελέχειας – μεταξύ αλγηδόνας κι εκπλήρωσης. Αναπολώ το κρημνώδες, πανάρχαιο τρέμουλο, που υπερχειλίζει αθωότητα, και κάτι διαπνοές απ’ το αχάλκευτο γένος των Θηρανθεμίδων, που θα με ρύσουν στο ανυπότακτο δικαίωμα να χαραμίζομαι για κάτι πιο λαχταριστό απ’ όσα προορίζονται! Τοξικομανής μανικός του Ανείπωτου, φυγὰς θεόθεν καὶ ἀλήτης. Νῦν καὶ ἀεὶ!
Συντονίσου

Comments are closed.