No comments yet

ΕΠΙΠΑΡΟΔΟΣ

Συντάκτης:

 

Οτιδήποτε ζωντανό, κάποια στιγμή απουσιάζει οριστικά στο χρόνο όπως προτού γεννηθεί. Η ανυπαρξία όμως έχει ημερομηνία λήξης κι αν την αντέξεις λίγο παραπάνω απ’ το πουθενά του μνήματος, ξυπνάς αναπάντεχα στο εκείθεν πάντοτε της παλιγγενεσίας. Δηλαδή εκεί που ακόμη και η φθοροποιός περιοδικότητα του χρόνου εξαντλείται. Στο σπλάχνο εκκίνησης που επιστρέφει η ξοδεμένη ενέργεια της γενέσεως υποκινώντας τις αέναες καταβολές των αιτιών της. Εκεί που ανασταίνεται κανείς επαναλαμβάνοντας τη γενέσια δράση της δημιουργίας στις κλιμακούμενες του διαθλάσεις, αντίστροφα προς οποιαδήποτε φονική αναπαράσταση που θυματοποιεί τεχνηέντως η φάρσα της μεμονωμένης ύπαρξης. Διότι η αναπαράσταση μπορεί μόνο να παίξει με την τραγική κι εξαίσια μοίρα των μορφών που σπαράσσονται, γελούν και πάσχουν χωρισμένες. Αλλά η θεία κοινωνία της ζωής, εκείνη η λησμονημένη παρακαταθήκη της θεατρικής προσομοίωσης, είναι σαν το κοινό στο ημίφως που θαμπώνουν οι παραισθησιακές προβολές του θιάσου και που φωτίζεται κατόπιν του τέλους, αποπερατώνοντας τους παροδικούς μόχθους της σκηνής στο εκτόπισμα ενός μακρόσυρτου εν τέλει ενθουσιασμού. Έτσι μόνο εάν σηκωθείς απ’ την καρέκλα μπορείς να ευφρανθείς το μαζικό αποχαιρετιστήριο χειροκρότημα για την πεσμένη αυλαία της πλοκής, σαν πυροτέχνημα αθανασίας μιας φοράς κι ενός καιρού (λυτρώσεως ή χαμού δεν έχει σημασία). Όπως σβήνει ηχηρά σαν διφορούμενο πεφταστέρι η χόβολη μετά απ’ την πυροβασία και τις ολολυγές του ρεσιτάλ. Ακόμη κι αν το τέλος ήταν πικρό, ο θιασώτης που φεύγει είναι ο εξακολουθητικά αείζωος που αποκομίζει τον εξιλασμό απ’ όλες τις πεισματικά υποδυόμενες αυταπάτες, με την παθητική του εξοχότητα που ζητωκραυγάζει απαράλλαχτη στο αναστημένο πλήθος της ψυχής. Ο θεατής και ο ρόλος: ο δεύτερος παρέρχεται για να υπάρξει στην ανάμνηση του πρώτου η θαλερή και περιπετειώδης υπόσταση του ηθοποιού-καθρέπτη που τελικά είναι πιο μόνιμη απ’ όλες τις φθίνουσες μάσκες των παθών της. Κι έτσι στο τέλος όλοι χαμογελούν με ελαφριά καρδιά αφού με την αφιέρωση της τελευταίας πράξης, παραγράφεται το υποχρεωμένο δράμα του κλαυσίγελου των πρωταγωνιστών. Είναι η ώρα της ανθοδέσμης και της αλληλένδετης συγκίνησης, της ταφής των κουστουμιών και της γνώριμης – από κοινού – παραδοχής σε όλα όσα μαρτύρησαν για τους εαυτούς των θεατών οι καταμερισμένοι ρόλοι. Κι έτσι δεν υπάρχει θάνατος – δηλαδή ψυχικό απόθεμα που δεν βιώθηκε στο έπακρον, αφού πλέον μπορεί κανείς να ρίξει τον πήλινο μορφασμό του χαρακτήρα πίσω απ’ την κλειστή κουρτίνα του θανάτου. Κι αν τελικά οφείλουμε αναγκαία να εννοήσουμε την τελετή της λήξης σαν τελευτή μετάβασης, τότε ο θάνατος είναι ο πιο ανατρεπτικός κι αναπότρεπτος συγκερασμός της ζωής, ο αμοντάριστος κι απειροδύναμος πειραματισμός του κεφιού στα παρασκήνια και το ζεστό καμαρίνι της ανάπαυσης όπου ξανακρεμάς στο βεστιάριο την άβολη στολή, ξεπλένοντας το πρόσωπο απ’ του μακιγιάζ τη δόξα ή την αισχύνη. Η πιο περιεκτική ανταμοιβή της υπόκλισης που αποζημιώνει τα κλάματα της πρόβας ή της εναγώνιας πρεμιέρας, αναζωπυρώνοντας το ξέσπασμα της ευθυμίας γι’ ακόμη πιο προκλητικές και κραυγαλέες μεταμορφώσεις. Κι έτσι όλοι μαζί, θίασος και κοινό, δηλαδή θεοί και θνητοί, συμπίπτουν ως ένα σώμα μεθεόρτιο να συγχαρούν το αίσιο τέλος και μαζί την υπόσχεση της επ’ άπειρον αναβιωμένης ερμηνείας. Σαν μια διαρκής σκηνογραφία του επιτελούμενου κάλλους που εν ζωή σου διδάσκει πως ν’ αναπνέεις νεκρός κι αδάμαστος πέρα απ όλους τους θανάτους. Τίποτε ποτέ δε συνέβη: στην αποχώρηση είμαστε πάντα μαζί και χωριζόμαστε μόνο πρόσκαιρα για τις εκούσιες κι ανακλητές εναλλαγές του ρόλου που στο χρονικό του πέρας ψυχαγωγεί και μεθά την ακατάλυτη συμβίωση μας.

Χρήστος Γάλλιος Νανδέος
Συνωμότης στις εξωτικές περιπάθειες των Ροβινσώνων και ανεπίκαιρος μάρτυρας στο ανυπόθετο έλεος των θαυμάτων. Οπλίτης στις ξέφραγες φάλαγγες της Εαροσύνης αλλά και αδηφάγος του νόστου! Πλανόδιος με φτερό στο κασκέτο, σε παραδρομές βουλιμίας και σχεδόν προσευχής. Αναγνωρίζω κι ακουλουθώ μια μόνον διαφεύγουσα δικαιοσύνη, στο υπέδαφος της ουρανότευκτης σποράς που οργώνουν οι κολασμένοι, οι ενορατικοί, οι ανέστιοι βασιλείς και οι ευγενείς του πόνου. Σπουδάζω κατανυκτικά τη θνησιγένεια, την εθελούσια ανοησία και τις σφοδρές ανοικειότητες της κατάπληξης. Αναζητώ ηλιακά μαργαριτάρια σε νυκτιφρούρητες κρυψώνες και ρυάκια πεμπτουσίας στα σπήλαια του αχαρτοράφητου. Σκοπός μου, να σβήσω την ιστορία μέσα στη μουσική, να τυφλώσω το πεπρωμένο με αστραπιαίες μονοκοντυλιές της έμψυχης πυράκτωσης και να διαρρήξω όλα τα πέπλα μεταξύ νοητού σπινθήρα κι εντελέχειας – μεταξύ αλγηδόνας κι εκπλήρωσης. Αναπολώ το κρημνώδες, πανάρχαιο τρέμουλο, που υπερχειλίζει αθωότητα, και κάτι διαπνοές απ’ το αχάλκευτο γένος των Θηρανθεμίδων, που θα με ρύσουν στο ανυπότακτο δικαίωμα να χαραμίζομαι για κάτι πιο λαχταριστό απ’ όσα προορίζονται! Τοξικομανής μανικός του Ανείπωτου, φυγὰς θεόθεν καὶ ἀλήτης. Νῦν καὶ ἀεὶ!
Συντονίσου

Comments are closed.