No comments yet

ΚΑΡΜΙΚΟΝ

Συντάκτης:

Βρίσκομαι με τη κοπέλα μέσα σε ένα ποταμόπλοιο προς τις χρυσοκέντητες ακτές υδάτων που κανείς δεν γνωρίζει. Ο ήλιος δύει και τονίζει με τις ακτίνες του τα πράσινα νερά. Τόσο καθαρά φαίνονται τα ψάρια που κολυμπούν τακτικά σαν να μας κοιτάνε στα μάτια! Το ποταμόπλοιο είναι παλιό αλλά καθόλου επικίνδυνο. Θαρρείς πως έχει ταξιδέψει ανά τους αιώνες κάθε σπιθαμή της γνωστής και άγνωστης γής. Και έχει. Καθισμένος αναπαυτικά σε μια καρέκλα, χέρι χέρι με τη κοπέλα χαζεύουμε το τοπίο. Τη κοιτάω μέσα στα τέλεια μάτια της που λάμπουν απο αγάπη. Μου χαμογελάει πίσω με το πιο όμορφο και αληθινό χαμόγελο που έχω δει. Πιο πέρα καπνίζει τη πίπα του ο οδηγός του πλοίου. Ένας ηλικιωμένος νέγρος. Αδύνατος χαμογελαστός με τα μάτια του να βγάζουν σπίθες σοφίας. Έχει δει πολλά και δεν χωράει αμφιβολία περί αυτού. Μας χαμογελάει, και μας λέει πως είμαστε ένα απο τα πιο γλυκά και καλά ζευγάρια που έχουν ταξιδέψει μαζί του.

– Πόσα ζευγάρια έχουν ταξιδέψει με το συγκεκριμένο πλοίο; ρωτάω.

– Άπειρα, μου αποκρίνεται και φαίνεται πως δεν υπερβάλει.

Τόσο μυστήριο το μέρος. Βλέπουμε ροζ ψαράκια να χοροπηδούν στο νερό. Ακούμε τα πουλιά να τραγουδούν με μελωδία θεϊκή. Ο οδηγός μας έχει δώσει να πιούμε ενά πράσινο ποτό που δε γνωρίζουμε τι είναι αλλά μας γεμίζει ευφορία, διαύγεια και ευεξία. Τόσο καθαρός αέρας και γλυκιά ατμόσφαιρα. Νοιώθουμε ασφαλείς μέσα στην απόλυτη αβεβαιότητα.

– Είμαι ευλογημένη που κάνω αυτό το ταξίδι μαζί σου, μου λέει λάμποντας.

– Θα μπορούσα να το έκανα με οποιοδήποτε άνθρωπο, αλλά είμαι μαζί σου.Τι τύχη! Το ίδιο ακριβώς σκέφτομαι κ εγώ. Περίμενα πολλά χρόνια αυτό το ταξίδι. Και τώρα το ζώ μαζί της.

– Είστε πράγματι τυχεροί νέοι. Σπανίζουν στις μέρες μας αυτοί που ζητούν το συγκεκριμένο ταξίδι. Εύγε! αποκρίνεται ο οδηγός.

Η κοπέλα τον ρωτάει ποιο είναι το όνομα του.

– Κανείς καλό μου παιδί. Κανείς δεν είμαι. Πες με όπως θελεις.

Μα τι μυστήρια φυσιογνωμία.

– Προσέχετε μη πέσετε στα νερά παιδιά μου. Ξέρετε αυτά τα νερά δεν είναι για εσάς. Οχι ακόμα τουλάχιστον. Το γνωρίζαμε.

– Τι είναι αυτό που περνάμε καλέ μου;

– Είναι αυτό που ζητήσαμε. Το μετάνοιωσες;

-Ποτέ! είπε σφίγγοντας μου το χέρι.

-Απλά αισθάνομαι τόσο ταπεινή μπροστά σε αυτό που συμβαίνει τώρα που δεν ξέρω πως να το διαχειριστώ. Δεν ξέρω καν αν αξίζω αυτή τη στιγμή της απόλυτης ευδαιμονίας και ησυχίας.

Δεν της απάντησα. Είχα μάθει πως ο,τι ζούμε το αξίζουμε. Την φίλησα με αγάπη. Μα το φιλί μας το διέκοψε ο οδηγός που πετάχτηκε απο τη θεση του και έδειξε με το δάχτυλο του τον ουρανό.

– Κοιτάχτε, νέοι ερωτευμένοι, τα σημάδια.

Θαρρείς πως οι ουρανοί άνοιξαν και τη θέση τους πήραν ενεργειακά κύματα. Τοσο φωτεινά και έντονα. Το μέρος που πριν λιγο αποκαλούσαμε ουρανό γέμισε απο αυτά. Μπορούσαμε να τα ακούμε κιόλας. Ηχητικές δονήσεις απο ψηλά. Μείναμε αμίλητοι μπροστά σε αυτό το πρωτόγνωρο θέαμα. Συγκίνηση και θαυμασμός. Μόνο η κοπέλα μετά απο λίγο ρώτησε να μάθει τι είναι όλα αυτά.

– Αρχίζει η αλλαγή, γενναία κοπέλα. Σε λίγο τελειώνει το ταξίδι μας.

Μου έσφιξε το χέρι ακόμα πιο δυνατά. Την κοίταξα, την θαύμασα και τα λόγια δεν μπορούσαν να περιγράψουν το πόσο ευλογημένος ένιωθα. Ξεπρόβαλε με θαυμαστή συγχρονικότητα η ακτή. Μια αποβάθρα ξύλινη τόσο μικρή ώστε να χωράει ίσα ίσα ένα παγκάκι για δύο άτομα. Άραξε το πλοίο ο οδηγός κι εμείς σηκωθήκαμε. Δεν θέλαμε να τελειώσει το συγκεκριμένο ταξίδι μα αυτή ήταν η συμφωνία. Η κοπέλα έκλαψε καθώς κοιτούσε πίσω τα νερά που σιγά σιγά έσβηναν με ένα παράξενο τρόπο σαν να μην υπήρξαν ποτέ.

– Κλάψε καλό μου κορίτσι μα μην απελπίζεσαι, διότι γνωρίζεις ηδη την συνέχεια. Μη ταυτίζεσαι με αυτό εδώ το σκηνικό. Άλλο ένα σενάριο είναι.

Ήξερα πως ειχε δίκιο αλλά και εγώ ένοιωθα την μικρότητα του είναι μου. Σοκαριστικό. Αγκάλιασε τον οδηγό η κοπέλα και με δάκρυα στα μάτια τον ευχαρίστησε.

– Όμορφοι νέοι σας ευχαριστώ για την όμορφη βόλτα. Αν και την έχω ζήσει τόσες φορές αυτή η συγκεκριμένη ήταν απο τις πιο ευχάριστες. Αν και ο χρόνος είναι σχετικός, δεν σας μένει προς το παρόν πολύς σε αυτόν εδώ τον ποταμό. Γνωρίζετε τι πρεπει να κάνετε. Κάντε το σωστά με ανοιχτή καρδιά. Αλλιώς πολλά μπορούν να συμβούν που είναι αντίθετα στα συμφέροντα σας,  είπε ο οδηγός και καθώς τελείωνε τη προταση τα μάτια του με ενα ανατριχιαστικό και συνάμα μεγαλειώδες τρόπο φώτισαν σαν να πέταξαν φλόγες.

Τρόμαξα είναι η αλήθεια γιατί ηταν σαν να είδα στιγμή απο την αληθινή του φύση. Μια φύση που την έκρυβε για το καλό μας. – Αντίο παιδία μου θα τα ξαναπούμε πολύ σύντομα.Κατεβήκαμε απο το πλοίο, χαιρετίσαμε τον οδηγό και μετά απο δευτερόλεπτα κιόλας χάθηκε μαζί με τον υπόλοιπο ποταμό στο πουθενά. Τα κύματα στο μαυρο τοπίο πανω απο τα κεφάλια μας αυξανόντουσαν με ταχύτητα. Σαν να μας προειδοποιούσαν πως έπρεπε να βιαστούμε γιατί όλα τελειώνουν σε λίγο. Έτσι ήταν. Με αγκάλιασε με όλη της την δύναμη.

– Είσαι σίγουρος πως θα ξαναβρεθούμε; Θα με αγαπάς πάλι;

– Θα σε αγαπάω σε κάθε μου ζωή.

– Και όταν τελειώσουν τα ταξίδια; Τότε τι;

– Τότε θα βρω ποιο αστέρι είσαι και θα έρθω να μείνω δίπλα σου για την αιωνιότητα.

Το περιβάλλον μίκραινε ασφυκτικά. Όλα έσβηναν. Εκκωφαντικοι ήχοι κάλυπταν τα πάντα πλεον. Μια δίνη τα ρουφούσε ολα. Εμείς στην μέση.

-Πάμε κορίτσι μου; Δεν ανυπομονείς για το επόμενο ταξίδι μας;

– Ναι αλλά φοβάμαι. Τόσες φορές το έχουμε κάνει μα καθε φορά έχω τον φόβο μήπως δεν με βρεις.

– Και εγώ πάντα σε βρίσκω. Δώσε μου το χέρι σου. Της χαμογέλασα με μια ατέρμονη αγάπη για το πρόσωπο της που γνώριζα πως θα εξαφανιζόταν τα επόμενα δευτερόλεπτα.

– Πρέπει να πηδήξουμε στο νερό.

– Σε αγαπώ, πάντα και για πάντα. Ήταν τα τελευταία της λόγια πριν βουτήξουμε και οι δυο στο νερό. Και ξαφνικά η άπλυτη ησυχία. Τίποτε. Δόνηση. Ενα ενα τα κομμάτια απο το σώμα μου διαλύονται στο άπειρο. Ενα κύμα φωτός με διαπερνάεί. Η κοπέλα έχει ηδη χαθεί. Δέος! Σαν τροχός γυρίσουν όλα μπροστά στα μάτια μου. Άνθρωποι, Θεοί, Δαίμονες, Άγγελοι και στο βάθος παντα το πρόσωπο της. Όλα γυριζουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Βλεπω πίσω απο τον ώμο μου εναν Δαίμονα να προσπαθεί να με τραβήξει μα και εναν Χριστό να με προστατεύει. Βλεπω τη γη να σβήνει και να δημιουργείται άλλη στη θέση της. Δεν βλέπω τίποτα πλεον. Δεν είμαι κανείς. Συνείδηση μόνο που περιπλανιέται. Δεξιά και αριστερά φιγούρες βιβλικές που θέλουν να με ακουμπήσουν. Μια άβυσσος εκτίνεται μπροστά μου. Ποιος ξέρει για που ταξιδεύω τώρα. Γένεσις. Και η πρώτη σκέψη στο μυαλό μου : «τι ονειρεύεται ο Θεός ;»

Συντονίσου

Comments are closed.