No comments yet

ΑΠΟΛΑΥΣΗ ΚΑΙ ΘΕΟΣ

Συντάκτης:

απόσπασμα από το Life Divine του Sri Aurobindo

 

…Aν ο κόσμος, εκτός από έκφραση συνειδητότητας, είναι όντως και μια πρωτογενής έκφραση αυτο-απόλαυσης της Θείας Διάνοιας, πώς μπορούμε να εξηγήσουμε την οικουμενική παρουσία της θλίψης, των βασάνων, του πόνου; Διότι αυτός ο κόσμος μάλλον μοιάζει περισσότερο με έναν κόσμο βασάνων παρά έναν κόσμο απόλαυσης. Είναι βέβαιο ότι αυτή η κοσμοθέαση αποτελεί υπερβολή, ένα λάθος στην προοπτική μας. Αν το αναλογιστούμε αντικειμενικά, δίχως να ενδίδουμε στους συναισθηματισμούς, θα δούμε ότι το σύνολο της ευχαρίστησης που αντλούμε από την ύπαρξη ξεπερνάει κατά πολύ το σύνολο του υπαρξιακού πόνου –μολονότι υπάρχουν φυσικά και οι όποιες εξαιρέσεις- και ότι η εκδηλωμένη ή υποβόσκουσα ευχαρίστηση της ύπαρξης είναι η κανονική κατάσταση της φύσης, ενώ ο πόνος ένα αντιθετικό συμβάν που προσωρινά αναστέλλει ή επικαλύπτει αυτή τη φυσική κατάσταση. Αλλά γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο τα ελάχιστα επεισόδια του πόνου μας επηρεάζουν πιο έντονα και συχνά υπερκερνάνε την πληθώρα των καθημερινών στιγμών της ευχαρίστησης· επειδή ακριβώς το τελευταίο είναι η κανονική κατάσταση, δεν την εκτιμούμε δεόντως, ούτε καν την παρατηρούμε εκτός κι αν ενισχυθεί σε κάποια οξύτερη εκδήλωσή της, σε ένα κύμα ευτυχίας, μια κορυφή εκστατικής χαράς. Αυτά είναι που αποκαλούμε ευχάριστα και που τα αποζητούμε και η κανονική ικανοποίηση της ύπαρξης η οποία βρίσκεται συνέχεια εδώ ανεξαρτήτως του γεγονότος ή της συγκεκριμένης αιτιολογίας, μας επηρεάζει ως κάτι το ουδέτερο που δεν είναι ούτε χαρά ούτε πόνος. Βρίσκεται πάντα εδώ, ένα απολύτως πρακτικό γεγονός, διότι χωρίς αυτό δε θα υπήρχε το οικουμενικό και υπερισχύων ένστικτο της αυτοσυντήρησης (Σ.τ.Μ., δε θα μας ενδιέφερε να ζήσουμε), αλλά όμως δεν είναι αυτό που αποζητάμε κι έτσι δεν το λαμβάνουμε υπόψιν μας όταν αντιζυγίζουμε το συναισθηματικό και αισθητηριακό κέρδος με τον πόνο. Σε αυτή την ισορροπία βάζουμε μόνο τις εξέχουσες ηδονές στη μία πλευρά και τη δυσαρέσκεια και τον πόνο στην άλλη· ο πόνος μας επηρεάζει πιο έντονα επειδή είναι αφύσικος για την ύπαρξή μας, εν αντιθέσει με τη φυσική μας τάση και βιώνεται ως μια βαναυσότητα για την ύπαρξή μας, μια προσβολή και μια εξωτερική επίθεση σε αυτό που είμαστε και που επιδιώκουμε να γίνουμε.

Για ποιον ακριβώς λόγο ο Θεός δημιούργησε έναν κόσμο στον οποίο επιφέρει τον πόνο στα δημιουργήματά Του και για ποιον λόγο επιτρέπει το κακό; Αν πούμε ότι ο πόνος είναι μια δοκιμασία δε λύνουμε το ηθικό πρόβλημα, φθάνουμε σε έναν ανήθικο ή αήθη Θεό. Διότι αν κάποιος επινοεί τα βασανιστήρια ως τρόπο για δοκιμασία γίνεται υπόλογος είτε για εσκεμμένη σκληρότητα είτε για ηθική αναισθησία και, αν είναι καν ένα ηθικό ον, είναι κατώτερο των υψηλότερων ενστίκτων των ίδιων του των δημιουργημάτων. Και αν ως τρόπο απόδρασης από αυτή την ηθική δυσκολία, λέμε ότι ο πόνος είναι μια αναπόφευκτη επίπτωση και φυσική απόρροια του ηθικού κακού –το Κάρμα- ακόμη και τότε δεν ξεφεύγουμε τη ρίζα του ηθικού προβλήματος: ποιος δημιούργησε ή γιατί ή πόθεν δημιουργήθηκε το ηθικό κακό που συνεπάγεται την τιμωρία των πόνων και των βασάνων; Ποιος ή τι δημιούργησε αυτόν τον νόμο που αναποδράστως τιμωρεί μια ψυχοπαθολογία ή μια δράση εν αγνοία με μια οπισθοχώρηση τόσο τρομερή, με βασανιστήρια συχνάκις τόσο ακραία και τερατώδη; Ο αδέκαστος νόμος του Κάρμα είναι ασυμβίβαστος με την ιδέα μιας υπέρτατης ηθικά Θεότητας, κι έτσι η καθαρή λογική του Βούδα αρνείται ευλόγως την ύπαρξη κάθε διευθυντικού Θεού· δήλωσε αντ’ αυτού ότι η προσωπικότητα είναι δημιούργημα της άγνοιας και εξ ου υποκείμενη στο νόμο του Κάρμα.

Στην πραγματικότητα, η δυσκολία που τόσο γλαφυρά αναφαίνεται προκύπτει μόνο αν υποθέσουμε την ύπαρξη ενός εξωκοσμικού Θεού, ο οποίος δημιούργησε το καλό και το κακό, τον πόνο και τα βάσανα για τα όντα Του, αλλά ο ίδιος στέκεται έξωθεν δίχως να επηρεάζεται, παρακολουθώντας, κυβερνώντας, κάνοντας το θέλημά Του σε έναν κόσμο που υποφέρει και παλεύει, ή στην περίπτωση που δεν ασκεί το θέλημά Του, αφήνοντας τον κόσμο να οδηγείται από έναν αδέκαστο νόμο, στον οποίο δεν επεμβαίνει ή που έστω βοηθάει ελάχιστα –αυτός δεν είναι ένας Θεός, όμως· δεν είναι πανίσχυρος, ούτε πανάγαθος ή αγαπητικός. Στη θεωρία ενός εξωκοσμικού ηθικού Θεού δεν μπορούν να εξηγηθούν τα βάσανα, ούτε η ύπαρξη του κακού. Ο Θεός όμως της Βεδάντα μπορεί να μας εξηγήσει καλύτερα αυτά τα παράδοξα διότι αυτός είναι δίχως άλλο· οτιδήποτε υπάρχει είναι αυτός ο ίδιος. Αν τότε το κακό και τα βάσανα υπάρχουν, είναι αυτός ο ίδιος που υπόκειται τα βάσανα και το κακό στα όντα τα οποία ενσάρκωσε τον Εαυτό του. Τότε το πρόβλημα αλλάζει ολωσδιόλου. Το ερώτημα δεν είναι πλέον το για ποιο λόγο ο Θεός δημιούργησε για τα όντα του τα βάσανα από τα οποία ο ίδιος είναι ανεπηρέαστος, αλλά το για ποιο λόγο η μοναδική και άπειρη Ύπαρξη-Συνείδηση-Ευδαιμονία επέτρεψε να παραδεχτεί για τον εαυτό της αυτό το οποίο δεν είναι μακαριότητα, αυτό που την αρνείται.

Έτσι ένα μεγάλο μέρος του ηθικού προβλήματος εξαλείφεται. Είναι άλλο το να βασανίζεις τους άλλους όντας ανεπηρέαστος από το δράμα τους και άλλο το να αυτο-υποβάλλεσαι σε βασανιστήρια ως ο μόνος υπάρχων. Αλλά ακόμη και τώρα το ηθικό πρόβλημα επιστρέφει μετασχηματισμένο. Πώς μπορεί η απόλυτη ευδαιμονία, όντας απαραιτήτως το πανάγαθο και η πηγή της αγάπης, να επιδέχεται την ύπαρξη του κακού και του πόνου εφόσον διαθέτει την απόλυτη ελευθερία ώστε να απαλλαχθεί πλήρως από κάθε τέτοια πιθανότητα; Όμως θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι αυτό είναι ένα λάθος διατυπωμένο πρόβλημα διότι οι ιδέες του καλού και της αγάπης με τις οποίες συνάπτουμε την Καθολική Μακαριότητα αντλούνται από μια δυϊστική και διαχωριστική αντίληψη των πραγμάτων· βασίζονται εξ ολοκλήρου στις σχέσεις μεταξύ όντων, ωστόσο επιμένουμε να τα εφαρμόζουμε σε ένα πρόβλημα που αφορά από την απόλυτη απαρχή του Ενός. Πρέπει εν πρώτοις να δούμε το πώς ξεκινάει το πρόβλημα ή το πώς μπορεί να επιλυθεί στην αρχική του αγνότητα, επί τη βάσει της ενότητας στη διαφορά (Σ.τ.Μ., εν είδει ενός εμμενούς υπερβατισμού)· μόνο τότε μπορούμε αντιμετωπίσουμε με ασφάλεια τα επιμέρους ζητήματά του.

Πρέπει να αναγνωρίσουμε, βλέποντας τοιουτοτρόπως το όλον, ότι δε ζούμε σε έναν ηθικό κόσμο. Η απόπειρα της ανθρώπινης σκέψης να επιβάλλει ένα ηθικό νόημα στο σύνολο της Φύσης είναι μια από εκείνες τις πεισματάρικες δράσεις που οδηγούν στο κομφούζιο, μια από εκείνες τις έρμαιες απόπειρες του ανθρώπινου όντος ώστε να διαβάσει τον εαυτό του δίχως καμία όμως απολύτως επιτυχία. Η Φύση δεν είναι ηθική· οι νόμοι της δε λαμβάνουν υπόψιν το καλό και το κακό παρά μόνο την ισχύ που δημιουργεί, συντηρεί  και καταστρέφει αμερολήπτως, υπό την αιγίδα της μυστικής Θέλησης που ικανοποιείται μέσα από την ενσάρκωσή της σε μορφές που εν τέλει καταστρέφει.

Εκείνο το οποίο είναι κοινό σε όλους μας είναι η ικανοποίηση της συνείδησης καθόσον αναπτύσσεται μέσα από ποικίλες μορφές από τις οποίες αντλεί την απόλαυση. Από αυτή την ικανοποίηση της αυτο-ύπαρξης είναι που εμφανώς ξεκίνησε το ταξίδι· διότι αυτή είναι η φυσική της κατάσταση, σε αυτήν τείνει, αυτή θέτει ως βάση της· αλλά καθώς αναζητάει νέες μορφές του εαυτού της και στο πέρασμά της προς υψηλότερες μορφές εκεί είναι που μεσολαβεί το φαινόμενο του πόνου και των βασάνων, το οποίο φαίνεται να αντιβαίνει προσωρινά τη θεμελιώδη φύση της ύπαρξης. Αυτό και μόνο αυτό είναι το ριζικό (και όχι ηθικό) πρόβλημα…

 

Αστρέας
Νομάς των ιδεών και των τόπων, συνεχώς εν κινήσει στο ρυθμό του γίγνεσθαι, μεταλλασσόμενος προς το άρρητο και απεκδυόμενος τη μορφή εν γένει.
Συντονίσου

Comments are closed.