No comments yet

Ο ΑΠΟΡΡΗΤΟΣ ΚΟΛΟΦΩΝΑΣ

Συντάκτης:

                 η τρισκελής εναντιοτροπή του Συμβαίνοντος

Μες στο Τίποτα – ποιος στέκει εκεί;
Εκεί στέκει ο βασιλιάς, ο βασιλιάς.
Εκεί στέκει και στέκει.

P.C

 

Εάν επιχειρούσαμε να διερευνήσουμε το περίγραμμα της πιο επαγωγικής οντολογικής απορίας, θα βρισκόμασταν αντιμέτωποι με το παράδοξο μιας ανύποπτα ετερόνομης ανα-δια-κίνησης των δεδομένων που συνάπτουν την κάθε επιμέρους συνθήκη του να υπάρχεις -και του να επιστοχεύεις σε αυτό ακριβώς! Θα βρισκόμασταν εν πρώτοις έρμαια μιας ενδότερης ανεστιότητας που παρασύρει τη συνείδηση της ολότητας σε μια ατέρμονη μετάσταση προϋποθέσεων που διασαλεύει την εγγύηση της εκάστοτε σύλληψης πάνω στην οποία εναποτίθεται η απόρροια της (όποιας) επιτευξιμότητας με έναν συμπαγή και συνεκτικό τρόπο. Κάτι τέτοιο , που γνωσιοθεωρητικά μάθαμε να το αναγνωρίζουμε σαν τον αρχικό διασκελισμό στην παράνοια και σειρήνα του πιο έκφρονος πανικού για το οικοδομικό κύρος της κοινής μας γνώσης (ως και για το αυτόδηλον βάθρο της κοινής μας πραγματικότητας), σε υπαρξιακή κλίμακα δεν δηλοί τίποτε άλλο απ’ την αέναη παρασημαντική της απροσδιοριστίας που εγκυμονεί τις μυριάχτιδες κυμάνσεις του φάσματος – τις όντως πρωτοποριακές αυλακώσεις εξιχνίασης στα μετασεισμικά χαλάσματα των φανερώσεων, οι οποίες και –αν προσέξουμε- προσδιορίζονται όχι τόσο απ’ το δομικό τους κράμα, όσο από εκείνην την παραστατικά έγγλυφη αντίστιξη των ρωγμών τους –( μια σκιαγράφηση της γενναίας υπενθύμισης πως ίσως τελικά η πάσα-δείνα κατάσταση των πραγμάτων δεν ήταν ποτέ αποσχισμένη απ’ τις ελεύθερες προ-αιρέσεις του βλέμματος  και την ευθύνη του ρήματος!).
Μια τέτοια διαπίστωση παρότι με μια πρώτη κατανόηση (ψυχαναλυτικού και πολιτισμικού κυρίως προβληματισμού) μας οδηγεί αφενός στη λακανική πρόσληψη της γλώσσας ως τραύματος από-ζευξης από το κάθε τι, αφετέρου διαφωτίζει το δυνάμει-είναι μιας ασύγκριτα πλατύτερης ανακάλυψης που θίγει το πλαίσιο του ίδιου του γλωσσικού της προβληματισμού: πως η ίδια η αποφθεγματική τεκτονική της ύπαρξης, είναι μια επιμήκης «κβάντωση» της γεννήτριας συνειδησιακών κωδικώσεων και πληθυντική απόσπαση ρίψεων που σχηματοποιεί απτές τινότητες απ’ το απύθμενο φαινομενολογικό πέλαγος καθώς εκείνο τις αντικατοπτρίζει σαν συστατικό του αποκύημα και παλμική του σύνοψη!  Τι είναι όμως το κάθε φαινόμενο, αν όχι η συμπαραβολή μιας διαλεκτικής αεικινησίας στην πλέξη της αμφίδρομης διαφοράς που επιμερίζει τα αντίθετα ώστε αυτά να μοιάζουν πράγματι αρραβωνιασμένα (αράγε αν όλα εκτυλίσσονται, γιατί η σκηνή τους παραμένει;); Ακόμη βαθύτερα θα αναρωτιόμασταν, τι εκπυρσοκροτείται ως το άκρον-άωτον της υπέρβασης, εντός του οποίου υποστασιοποιείται το διαζύγιο και τανάπαλιν η αξονική σύμπτωση των αντιθέσεων σαν ο εξώ-τοπος εκείνος όπου τα πάντα εμπεριέχονται σ’ έναν άθικτο επικλινή καθώς σμίγουν ή εξαρθρώνονται πέρα από κάθε προκαθορισμό;
Θα λέγαμε πως εδώ επιχειρείται μια κατακόρυφη γλωσσοδονητική σχάση του πάγιου –κοινώς αποδεκτού- άξιώματος που θέλει «τα  παντα» να «συμβαίνουν ούτως» ως μια αδιάφορη νοημοσύνης αναγκαιότητα που δε χρήζει επερωτήσεων. Όμως η εμμονή της αιτιακής διερώτησης που ανασκαλεύει δίχως κόρο την ασυνέχεια του ρηθέντος προς του συμβαίνον, κι ας μοιάζει αιωνίως αποτυχημένη, είναι κάτι το σκανδαλιστικά εγκάθετο στις τάφρους του πιο παρθενικού μας δέους! Ενός δέους που κι αν αρχικά εκφέρεται σα σπάραγμα μακρόσυρτης απώλειας, στην πραγματικότητα εξακτινίζει την ευχή ανταπόκρισης που εντατικοποιεί την ασύγγνωστα εκφαντορική της υψηλότητα με τρόπο τέτοιον ώστε το α-σύμπτωτο να λειτουργεί σα νέα στάθμη της αναδημιουργικής κλάσης! Εάν λοιπόν η περιπλάνηση στους ομόκεντρους λαβυρίνθους της Επιφάνειας μας βρίσκει πράγματι στο αδράχτι μιας διαφορικής αναγκαιοδρομίας που παραλλάσσεται εκ-τελώντας το κάθε τι ως τοιούτο, το αλφάβητο που διέπει τη γενεσιουργό της σύνταξη, χαρακτηρίζεται από την αιχμή μιας αμετάκλητης διφυΐας, εντελώς ακανόνιστης και μη προσπελάσιμης. Μιας καθοριστικά δυναμικής εναντιοτροπής  που καρατομώντας, ανατέμνει κάθε γεγονός που θα ήταν ποτέ δυνατόν να προκύψει και που ακριβέστερα θα περιγράφαμε σαν μια «μιτοχονδριακή» ανάγνωση της Στιγμής στη συλλαβή μιας πρωταρχικής διχοστασίας απ’ όπου «στάζουν» οι επιδαψιλεύσεις της μορφογονικής περιπλοκής: ενός μάρτυρα κι ενός πράκτορα, μιας τυφλής ενόρμησης κι ενός νοηματικού κανόνα, ενός εραστή κι ενός αντικείμενου πόθου, μιας άχρονης παραμυθίας και μιας ιστορικής απαρχής, ενός πείσματος κι ενός επ-άθλου!
Εστιάζοντας ίσως ακόμη περισσότερο στις εγκοπές της πραγματικότητας, θα παρατηρούσαμε πως εν τέλει το οτιδήποτε  (από αυτά), συμβαίνει, χωρίς καν τη νοητή απόσταση της προδιαγραφής που δήθεν το προβάλλει σε τύπο ή προσχέδιο, δηλαδή κυριολεκτικά ως ουσιαστικοποιημένη αντωνυμία: το Οτιδήποτε είναι αυτό  που ούτως ή άλλως Συμβαίνει (και μόνον)! Και ξάφνου ο πάπυρος είναι κενός, δεν έχει τίποτε σημασία, ή καλύτερα: η σημασιοδότηση εσωτερικεύοντας το φορέα της, έχει εξαπλωθεί πέρα και πάνω από κάθε αφηγούμενο πλαίσιο σύγκρισης ενώ κάθε μονογραφή επιδίωξης, ξεστρατίζει σε απανωτά διολισθημένα ορόσημα! Το επαναστατημένο αντικείμενο ταυτίζεται τόσο πολύ με την εξωραϊστική του «αλλοτρίωση» χωρίς τις τελεσίδικες παγιώσεις σε καμιά απ’ τις εκδηλώσεις του, αναγκάζοντας την επιθυμία καθεαυτή να μετακυλά απ’ τις επώδυνες σήραγγες των φάσεων (κι άρα των οδυνηρών αντιφάσεων!), στον πολυφασικό απριορισμό της σπατάλης παράδοσης και του αφηρημένου γοήτρου, καθιστώντας πιθανή την ανάδυση του υποκειμένου στην περιπέτεια πια της ανεπίκεντρης επιθυμητότητας, αντί της συρρίκνωσης του στην προσφυγιά της ανεκπλήρωτης λαχτάρας!  Συνθήκη που με τη σειρά της, μας απαγκιστρώνει συγκλονιστικά από το ίδιο το σαράκι της εκλογής, αναβαθμίζοντας εσχάτως το δράμα της ετερούσιας συγκρουσιακής δυαρχίας και της ανακυκλούμενης επαναφοράς της, σε υπόδυση μιας σπειροειδούς πάλης στο φέρεσθαι της ερωτικής πλαστότητας (μένοντας στο σχόλιο χωρίς ποτέ να καταστεί «κυρίως θέμα»)! Κάπως έτσι, η άδολη διαλεκτική σοφία, ξεπερνάει κι ανα(σ)τρέφει το υπάρχον μέσα απ’ την τήξη του πραγματικού στην υπερ-πραγματική μεταφορά (η αληθινή Υψικάμινος των Διαστάσεων), και της ύπαρξης στον μεταρσιωμένο ρόλο εκείνον, που αποβαίνει επιτέλους θύλακας της ακρορριζικής ενδόστροφου,  απεμπλέκοντας ‘εσαεί αντιστρόφως’ τους παράδρομους μορφασμούς της εγρήγορσης στις μάσκες των προσφυέστερων αισθήσεων. Η ζωοποιός αλλοίωση ως διεξοδική απορρόφηση κάθε ευθύγραμμα άκαμπτης διαπίστευσης, να τι είναι η μύηση –συμφιλίωση με το Απύθμενο!
Και έτσι είναι λοιπόν που καταφθάνει κανείς στα προπύλαια του πεμπτουσιώδους γρίφου και αναγνωρίζει: παρότι οι δυο απαράλειπτοι διαλεκτικοί πυλώνες που ανεπίσχετα και μέσα από κάθε είδος εξελικτικής διαδικασίας και αλληλοπαθητικής διείσδυσης τίκτουν το ον, όντες συνημμένοι στην ιερογαμική σχέση μιας ανίατης –μα και ταοϊκής- σχέσης, οι ίδιοι παραμένουν κωνικά εξαρτημένοι από μια ακατάληπτα τριαδική πρωτοβουλία  που καθώς τους μαρτυρεί συμφυώς, ταυτόχρονα πραγματώνει και τις πολλαπλά εκνεωτικές τους δράσεις, στις διασπάσεις της αυτοπαρατήρησης εκάστου. Παραστέκοντας ως το δισυπόστατο τέμπλο της φυσικής εφέσεως για υποκειμενικοποίηση του παθητικού άπαντος και ταυτοχρόνως δράττοντας όλες τις μορφικές εμπειρίες ενθαδικής παρέκκλισης, άγεται σαν επτασφράγιστο νοστάλγημα εξιλέωσης στην καταληκτική πανενότητα που όλα αισίως τα λύει, επιστεγάζοντας με έλεος αφειδώλευτο την επανεκκίνηση του σπειρώματος στο Novum του Κόσμου! Πόσο αθώα άλλοτε η εξερεύνηση του αγνοούντος για τον μεγαλοδύναμο αποδέκτη τη πίστης του- όντας πονηρά ο ίδιος όπως και τίποτε από τα δυο! Εάν πράγματι το εκδηλωμένο συμβαίνον ‘κατατρύχεται’ από επάλληλα πρόσημα που το ένα απουσιάζει μαγεμένο εντός του άλλου, ο τρίτος αυτός πόλος, συνιστά την άπειρη απόσυρση του περιέχοντος αμφοτέρων, ως απανταχού Μυστηριώδης Παρουσία κι απανταχού εξόρυξη εαυτότητας στο υπεραισθητό λεπτόνιο της εκπύρωσης που ενδοβάλλει καρέ-καρέ τον κολοσσιαίο αυγασμό της φανέρωσης απ’ τ’ αδιάφανα σωμάτια της λήθης.  Αυτή η παρουσία που στο επίπεδο της ιστορικής μας ανθρωπότητας,  συγκατατίθεται στον αναγραμματισμό του ακαταπαύστως Ερχόμενου,  γαληνεύοντας στα πέρατα της κατακυριευμένης εκστατικής πλεονεξίας για κάθε σκλαβωμένη μιλιά…  τροχιοδείκτης πύρινος πριν χαράξει κι εκτυφλωτικό ηλιοτρόπιο στη δαχτυλήθρα του μεσονυχτίου ! Αυτός ο κολοφώνας ο απόρρητος – ο Κανείς-Εσύ!

 

 

 

 

 

 

 

Χρήστος Γάλλιος Νανδέος
Συνωμότης στις εξωτικές περιπάθειες των Ροβινσώνων και ανεπίκαιρος μάρτυρας στο ανυπόθετο έλεος των θαυμάτων. Οπλίτης στις ξέφραγες φάλαγγες της Εαροσύνης αλλά και αδηφάγος του νόστου! Πλανόδιος με φτερό στο κασκέτο, σε παραδρομές βουλιμίας και σχεδόν προσευχής. Αναγνωρίζω κι ακουλουθώ μια μόνον διαφεύγουσα δικαιοσύνη, στο υπέδαφος της ουρανότευκτης σποράς που οργώνουν οι κολασμένοι, οι ενορατικοί, οι ανέστιοι βασιλείς και οι ευγενείς του πόνου. Σπουδάζω κατανυκτικά τη θνησιγένεια, την εθελούσια ανοησία και τις σφοδρές ανοικειότητες της κατάπληξης. Αναζητώ ηλιακά μαργαριτάρια σε νυκτιφρούρητες κρυψώνες και ρυάκια πεμπτουσίας στα σπήλαια του αχαρτοράφητου. Σκοπός μου, να σβήσω την ιστορία μέσα στη μουσική, να τυφλώσω το πεπρωμένο με αστραπιαίες μονοκοντυλιές της έμψυχης πυράκτωσης και να διαρρήξω όλα τα πέπλα μεταξύ νοητού σπινθήρα κι εντελέχειας – μεταξύ αλγηδόνας κι εκπλήρωσης. Αναπολώ το κρημνώδες, πανάρχαιο τρέμουλο, που υπερχειλίζει αθωότητα, και κάτι διαπνοές απ’ το αχάλκευτο γένος των Θηρανθεμίδων, που θα με ρύσουν στο ανυπότακτο δικαίωμα να χαραμίζομαι για κάτι πιο λαχταριστό απ’ όσα προορίζονται! Τοξικομανής μανικός του Ανείπωτου, φυγὰς θεόθεν καὶ ἀλήτης. Νῦν καὶ ἀεὶ!
Συντονίσου

Comments are closed.