No comments yet

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΔΗΓΟ ΑΥΤΟΠΡΑΓΜΑΤΩΣΗΣ ~2~

Συντάκτης:

Απόσπασμα από τον Οδηγό Αυτοπραγμάτωσης του Μετα-Ουμανιστικού Υποκειμένου, «ΨΥΧΟΚΒΑΝΤΕΣ» που πρόκειται να τυπωθεί προσεχώς και που παρουσιάζει τις μεθοδολογία της διδασκαλίας που εφαρμόζεται στο Θεουργικό Εργαστήρι ΤΑΩΣ

 

  Θα πρέπει ως εδώ να είναι διαυγές το συμπέρασμα: Το κεντράρισμα των ψυχοκβαντών περιγράφει δυνητικά το πώς η αρχική αμυδρή υποψία της συνείδησης του Είναι καταλήγει ιδεατά, μέσω της αυτοαναφορικής αναδίπλωσης, στο ίδιο το Είναι της συνείδησης. Η δυνητική αυτή διαρρύθμιση προς μια ευκταία συνεκτική ακτινοβολία του εσώτερου εαυτού είναι υπόθεση όλο κι όλο μιας δυναμικής μετάπτωσης από το Τώρα στο ετέρως-Τώρα. Αυτή η μετάπτωση, ουσιωδώς, αποτελεί την ανασκόπηση εντός εαυτού, στη στοιχειώδη της κυματομορφή. Ο βιωματικός χρόνος εκπτύσσεται επί αυτών των μονάδων του ενσυνείδητου ρου, αποτελούμενων από τις ποικίλες διαβαθμίσεις της μετάπτωσης του στοιχειώδους αυτοαναφορικού ενεργήματος. Πιο συγκεκριμένα, η κύρτωση της αυτοαναφορικής αναδίπλωσης προκαλείται από τον κραδασμό της αναφαινόμενης λειτουργικής σχάσης του ίδιου του Είναι, στη θεμελιώδη αναποφασιστικότητα που προκύπτει από την πρωτογενή αναίρεση που ενέχει η ρευστότητα του αντικειμενικού κόσμου. Σύμφωνα με την εγελιανή διαλεκτική, η ασυνέπεια, που γεννάει την παραδοξότητα της πραγματικότητας, εντοπίζεται βαθιά μέσα στην καρδιά των υλικών μεταπτώσεων του γίγνεσθαι, είναι η θεμελιωδέστερη ιδιότητα του Είναι. Έτσι, η κύρτωση του συνειδέναι, δηλαδή η επαναλαμβανόμενη απόπειρα αδράγματος του Τώρα, είναι απόρροια αυτής της εγγενούς σχάσεως που προσδιορίζει θεμελιωδώς την ασύλληπτη ποιότητα του γίγνεσθαι. Από αυτή την ασύλληπτη ποιότητα προσπαθεί η συνειδητότητα πρωτογενώς να ανανήψει μέσω του αδράγματος της στιγμής, είτε με αμεσότητα είτε νωχελικά. Στην περίπτωση που η συνειδητότητα ανταποκρίνεται άμεσα, η κυματομορφή της είναι πιο επικλινής, περισσότερο οξυκόρυφη κι άρα βραχεία στη μετάπτωσή της. Απεναντίας, η πρωτογενής ανταπόκριση της συνειδητότητας είναι νωχελική όταν η κυματομορφή είναι πιο ομαλή και άρα μακρόσυρτη στην μετάπτωσή της.

Με την ανωτέρω περιγραφή συμπεραίνουμε την πιο διαδικαστική εξακρίβωση του τι ακριβώς εννοούμε συχνότητα. Όπως προφανώς δηλώνεται από την ίδια τη λέξη, οι βραχείες, οξυκόρυφες κυρτώσεις της στοιχειώδους συνειδητοποίησης, καθώς ταχύτερες στην περιοδική τους επανάληψη, συντελούν μια υψηλή ή πυκνή συχνότητα ενεργειακής δόνησης. Επομένως αναφερόμαστε σε μια συχνότητα της περιοδικής επανάληψης στον χρόνο. Αντιθέτως, η χαμηλή ενέργεια εξεικονίζεται από τις ήπιες, ομαλές κυρτώσεις της μετάπτωσης του ενσυνείδητου εγχειρήματος, ως μια νωχελική ανταπόκριση στην εγγενή ασυνέπεια του γίγνεσθαι.

Η συνείδηση λοιπόν αποτελείται από κυματικές ψηφίδες, μονάδες που καθιστούν ποιοτικά την ποσοτικοποίησή της. Με άλλα λόγια, αναλόγως του βαθμού κύρτωσης του κύματος κι άρα του πόσο ταχέως επαναλαμβάνεται η πρωτογενής μετάπτωση του συνειδέναι –δηλαδή αναλόγως της ποιοτικής διαβάθμισης του κύματος-, προσδιορίζεται η ενεργειακή ποσότητα του ενσυνείδητου βιώματος. Έχοντας ήδη σκιαγραφήσει το ενεργειακό μοντέλο των ψυχοκβαντών, δε μας μένει παρά να προσαρτήσουμε τώρα αυτή τη δομική εξακρίβωση στα όσα έχουμε ως εδώ συνθέσει. Οι επτά ψυχοκβάντες, προείπαμε, δεν είναι παρά οι επτά ενεργειακοί αναβαθμοί της αυτοπραγμάτωσης. Την ενέργεια εδώ δεν την ορίζουμε σύμφωνα με τα μέτρα των φυσικών επιστημών, αν και σίγουρα υπάρχει μια άμεση συσχέτιση, αλλά με το μέτρο που μόλις έχουμε προσδιορίσει: τη συχνότητα επανάληψης του πρωτογενούς αδράγματος της συνειδητότητας, την κυματομορφή της αυτοαναφορικής αναδίπλωσης που καθιστά τη στοιχειώδη μετάπτωση του γίγνεσθαι. Αυτός είναι ο ορισμός της ενεργειακής συχνότητας για το βιωματικό μέτρο του υποκειμένου. Το μέτρο, λοιπόν, αυτό ορίζεται με τους επτά ξεχωριστούς αναβαθμούς των ΨΚ και τις ενδιάμεσες παλινωδίες τους. Συνεπώς, η ψυχονοητική πρόοδος, που συμβαίνει εκ του κεντραρίσματος και της μεταπήδησης του σημείου αυτοθέασης σε βαθύτερα στρώματα, ορίζεται επακριβέστερα από την επιτάχυνση της επανάληψης της εν λόγω κυματομορφής ώστε σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο να συμπυκνώνεται μια μεγαλύτερη ποσότητα στοιχειωδών ψηφίδων του συνειδέναι, δηλαδή ταχύτερα ενεργήματα σύλληψης του ασύλληπτου. Εν κατακλείδι, η αυτοσυγκέντρωση στον πυρήνα της ύπαρξης είναι συνώνυμη με την επαγρύπνηση στην αμεσότητα του πρωτογενώς συμβαίνειν, την αυτοαναφορική τροπή έτσι ώστε να ενισχύεται από την ίδια της την αναδίπλωση. Αυτό ακριβώς εξεικονίζεται από την όξυνση της κύρτωσης και τη συνακόλουθη ταχύτερη επανάληψή της ανά το χρόνο.

Συμπερασματικά, το υποκείμενο που υποθετικά έχει το ΣΑ του «κλειδωμένο» έξωθεν του 6ου ΨΚ δονείται με μια συχνότητα κυματικά χαμηλή και χρονικά αργή στην επανάληψή της –εν ολίγοις, αραιή. Η βούληση για περισσότερη αυτοαναφορική ένταση, συμπυκνώνοντας γοργότερα τις επαναλήψεις του αδράγματος, διανοίγει τις διαβαθμίσεις της υψηλότερης συχνότητας που αναπαρίστανται από τους βαθύτερους ψυχοκβάντες. Οι αποκλίσεις ανά μεταξύ τους δεν είναι παρά τα συμπλεγματικά εμπόδια, εν είδει σκεπτομορφών και τραυμάτων, που παρεμποδίζουν την προέλαση της καθαρής αυτοαναφοράς –η αυτοαναφορική αναδίπλωση σφετερίζεται από περιπλεγμένους αναφορικούς κόμβους, δηλαδή, από συγκεκριμένα περιεχόμενα της σκέψης και της προσωπικότητας. Εστιάζοντας σε αυτή την πρωτογενή δομή βλέπουμε το αυτοαναφορικό ενέργημα να παρεμποδίζεται από αναφορές απόκεντρες της εστίας του, παράταιρες και διασπαστικές, επιβραδύνοντας την επιστροφή στην ευκταία αναδίπλωση προς το Είναι. Η συνείδηση του Είναι υποπίπτει στη συνείδηση του μερικού και της ατελεύτητης σημασιολογικής παραπομπής του. Όταν το δίκτυο αυτό περιπλέκεται σε βαθμό που να κρύβει παντελώς την αιθρία του Είναι, λέμε ότι το σύστημα των ΨΚ είναι παντελώς απορρυθμισμένο από οξείες αποκλίσεις. Στην αντίστροφη περίπτωση, η αποφασιστική αποδέσμευση από τις συνεπαγωγές της περιπλοκής αυτής επιτρέπει στην αυτοαναφορά να αναδείξει το ζητούμενο από το οποίο αρχικώς ελκύεται: το Είναι ως ορισμό του συνειδέναι υπέρ και πέραν κάθε ψυχολογικής και βιολογικής οροθέτησης. Έτσι είναι που οι ΨΚ αποσοβούν τις ανά μεταξύ τους αποκλίσεις. Έτσι είναι που ο νους είναι ελεύθερος να εστιάσει στο βαθύτερο υπόστρωμα του δυνατού· τόσο απερίσπαστος ώστε η επανάληψη της αυτοαναφορικής κυματομορφής να αποτελεί τη γοργότερη δυνατή δόνηση, την υψηλότερη δυνατή συχνότητα που περαιώνει το κυνήγι του ασύλληπτου πέραν της μετάπτωσης της στιγμής, ως αρχέτυπη μετάπτωση του Αείζωου Πνεύματος –η ακτινοβολία του 1ου ΨΚ δίχως τις αποκλίνουσες μεσολαβήσεις των εξώτερων στοιβάδων.

Είναι φανερό ότι με την ορολογία της ενεργειακής συχνότητας που προκύπτει από την πρωτογενή διασάλευση εκ της πηγαίας ρήξης του γίγνεσθαι (η αφηνιασμένη σύλληψη της ασυμβίβαστης ετερότητας) αναδεικνύουν τη συνείδηση ως ένα ενέργημα που εκ των βάθρων αποτελεί μια σπαρταριστή άρνηση. Μέσω αυτής, ο χρόνος της κυματομορφής, η απόπειρα του στοιχειώδους αδράγματος, κομίζει μονίμως το γίγνεσθαι στο ετέρως-Είναι. Αυταποδείκτως, λοιπόν, εδώ μιλάμε για μια αποδόμηση. Η ψηφίδα του συνειδέναι, ως μονάδα χρονικής ποιότητας του κύματος, είναι το ενέργημα που καταλύει το υφιστάμενο –η συνειδητοποίηση αναδύεται θεμελιωδώς με την ανατροπή του Είναι από το ετέρως-Είναι. Επομένως, η αποδόμηση αρμόζει να είναι ο κύριος άξονας της προοδευτικής αυτοπραγμάτωσης, ο μόνος συνεπής δείκτης του πόσο αποτελεσματική είναι η αυτοαναφορική αναδίπλωση, διότι η ίδια η ροή του γίγνεσθαι καθιστά την έκπτυξη του συνειδέναι ως μια στοιχειώδη δομή αναίρεσης.  Τούτη η αναίρεση, στην περίπτωση που η βούληση δεν έχει εγερθεί επαρκώς στη στόχευση της αυτοαναφορικής αναδίπλωσης, βιώνεται ως πτώση στη λήθη. Είναι τότε που η πρωτογενής έκπτυξη του συνειδέναι έχει πρόσημο αρνητικό, με την έννοια ότι η μετάπτωσή του δεν είναι προικισμένη από την εθελούσια τροπή εκμηδένισης, που καθιστά την αποδόμηση, μένοντας απλώς ως μια πτώση από την ανεύρεση της αλήθειας στη λήθη και τανάπαλιν. Η αλήθεια εδώ έχει το νόημα του Είναι, της καθαρής συνειδητότητας δίχως αντικείμενο, ένα ψήγμα μιας καθαρής αυτοαναφορικής τροπής που όμως βιώνεται δια της ύφεσης στη λήθη των ψυχικών επενδύσεων στα ερεθίσματα και τις σκεπτομορφές τους –δεν είναι ζήτημα βούλησης αλλά επίπτωσης. Όταν ο νους συντίθεται από το σύνολο τέτοιων κυματικών ψηφίδων με αρνητικό πρόσημο, κυριαρχούν τα είδωλα, τα σύμβολα, οι λέξεις σε ένα σκηνικό νεφελώδες που αποκρύπτει την εστία του πηγαίου ενσυνείδητου ενεργήματος και που αποκόπτει την ευκταία επιστροφή του σε αυτήν. Η αντιστροφή, λοιπόν, αυτής της τροπής εξαρτάται από την εθελούσια προαγωγή των ρηξιγενών τάσεων που κατακερματίζουν τις συνεκτικές προεκτάσεις των έλλογων συναρθρώσεων. Η έννοια της αποδόμησης επαναφέρει στο προσκήνιο την ουσιώδη αλήθεια καθώς η ίδια η κυματομορφή, απαράλλακτη καθώς είναι στη μετάπτωσή της, επενδύεται από την αντίστροφη σκοπιά, που καθιστά το θετικό πρόσημο της: η καμπή στην οποία βλέπαμε την ανεύρεση της αλήθειας γίνεται ο απευκταίος εγκλωβισμός στο αντικείμενο κι εκεί που βλέπαμε την πτώση στη λήθη παίρνει μέρος η εκούσια τροπή της κατάργησης αυτού του εγκλωβισμού. Ουσιωδώς, αντιστρέφεται η ακολουθία του προσανατολισμού από αντικείμενο σε υποκείμενο. Η στοιχειώδης μετάπτωση του συνειδέναι με αρνητικό πρόσημο προσδιορίζει την έννοια του αδράγματος (την κορύφωση της κύρτωσης) ως την τροπή ταύτισης με το αντικείμενο ή της απορρόφησης στην έννοια και την πτυχή της πτώσης, στη λήθη τους κατά την παραίτηση στο Είναι. Σημειωτέον ότι αυτή η τροπή προς την πηγή του συνειδέναι είναι μια τροπή παραίτησης, ενεργειακά όψιμη, η αναγνώριση της αλήθειας μέσα από μια ύφεση: γι’ αυτό δίνουμε πρόσημο αρνητικό σε αυτή την ανεύρεση, ως μια ανεστραμμένη εικόνα, που εξεικονίζεται από την πτώση στη λήθη του αντικειμένου. Εν αντιθέσει, το θετικό πρόσημο προσδιορίζει την καμπή ως τον επαναλαμβανόμενο παλμό της ανανέωσης που επισυμβαίνει με τα κρούσματα της ρήξης που διανοίγουν την αντίληψη στο Είναι της συνείδησης ενώ την ύφεση του κύματος ως την επιστροφή στην κοινοτοπία της αντικειμενικής συνείδησης. Η ενεργειακή αιχμή, συνεπώς, επενδύεται στην αποδόμηση παρά στη συντήρηση. Εν προκειμένω, η μετάπτωση και τα δύο της στάδια –η κύρτωση προς τα άνω και κύρτωση προς τα κάτω- επιδέχονται δυο αντίστροφους προσανατολισμούς της βουλητικής επένδυσης. Η επένδυση του αρνητικού πρόσημου ως γνωρισματικό σκίρτημα του απολεσθέντος συνειδέναι προς το αντικείμενο και η επένδυση του θετικού πρόσημου ως σκίρτημα επαναφοράς και αυτοαναφορικής αναδίπλωσης του συνειδέναι, καταλύοντας την οροθέτηση του αντικειμένου.

Στα πλαίσια αυτής της νέας περιγραφής, το κεντράρισμα των ψυχοκβαντών θα πρέπει να αποτελούν ακριβώς αυτή τη διευθέτηση της θετικής μετάπτωσης του αδράγματος, αναστηλώνοντας τη διανοητική επεξεργασία από τον ορυμαγδό των ερεθισμάτων και των αμοιβαίων τους αποκλεισμών σε μια αδιάβλητη στόχευση που ενοφθαλμίζει με αυτοαναφορική ενίσχυση το ίδιο της το ενέργημα. Όσο περισσότερο αδιάβλητη είναι αυτή η αυτοαναφορική στόχευση από το θέλγητρο των αναφορικών παραπομπών, τόσο πιο ακριβής γίνεται δυνητικά η αποσόβηση των εξωτερικών στοιβάδων από τις πυρηνικές, δηλαδή, τόσο πιο κεντραρισμένο γίνεται το σύνολο σύστημα των ψυχοκβαντών. Εν ολίγοις, η ροή δεδομένων του ενσυνείδητου νου αρμόζει να συναπαρτίζεται από ψηφίδες κυματομορφών που ενέχουν το θετικό πρόσημο της αποδόμησης ως δημιουργικό μέτωπο κι όχι την επένδυση σε πεπερασμένες έννοιες και αντικείμενα, αφήνοντας στην εξασθενισμένη όψιμη ουρά του ενεργήματος την αναδρομική ανεύρεση της αλήθειας μέσα από τη λήθη. Είναι λοιπόν σημαντικό να υπογραμμίσουμε ότι η αυτοπραγμάτωση ορίζεται ως μια διαδικασία που εναποθέτει όλο της το ενεργητικό δυναμικό στην έξοδο από την δημόσια εγκαθιδρυμένη πραγματικότητα, όπου ο παλμός της σφυροκοπάει στο ρυθμό της εκστατικής διάνοιξης προς την αιθρία του τίποτε, τον τόπο όπου λάμπει η Α-λήθεια. Έτσι είναι που ακτινοβολούν απαρεγκλίτως τα πυρηνικά πεδία της ψυχής.

Σε τι ακριβώς μυείται λοιπόν ο ιδεατός ζηλωτής των Ελευσίνιων Μυστηρίων; Οποιοσδήποτε άλλος προορισμός από την εγγενή ρήξη που επισημαίνεται σπαρακτικά από την ίδια την στοιχειώδη κυματομορφή του συνειδέναι, θα ήταν αστοχία (αμαρτία). Το αυθεντικό θρησκεύεσθαι αρμόζει να πριμοδοτεί το άδραγμα της συνείδησης ως μια ριζοσπαστική κένωση, δίνοντας του την έννοια του πιο βασικού ορμέμφυτου που κατ’ επανάληψιν στοιχειοθετεί τα συμβάντα του χρόνου με γνώμονα την αναίρεσή τους, αναδιφώντας την ίδια την πηγή της αναίρεσης στο ρίζωμά του εσαεί. Ως εκ τούτου, ο μυημένος πρέπει να βλέπει διαυγώς την παράδοξη εκμηδένιση κατά την εκφορά των δήθεν αμετάκλητων πραγμάτων. Η δε δήλωσή του αρμόζει να εκφέρεται ως πίδακας αυτοαναιρούμενου παιγνίου, ως άγγελμα της είτε αποκαρδιωτικής είτε εκστατικής αλήθειας της εγγενούς ρήξης –εξαρτάται από το τι πρόσημο έχει ο πρωτογενής προσανατολισμός της συνειδητής επένδυσης.

Η δυναμική κύρτωση της αυτοαναφορικής αναδίπλωσης αποτελεί πάντα τη δυναμική απέκδυση όλων των μορφών της αισθητήριας βεβαιότητας, φανερώνοντας την ίδια την πηγή της αυτοαναφοράς, η οποία είναι μονίμως ασύλληπτη και γι’ αυτό αιτία της αυτοαναιρετικής αναδίπλωσης του ενεργήματος –η αυτοαναφορά είναι άρνηση, διαγραφή του αυτού. Όσο περισσότερο γίνεται αντιληπτό το σπαρταριστό παράδοξο της στοιχειώδους αυτής διαλεκτικής λογικής, τόσο δριμύτερα σφυροκοπάει η ενστικτώδης αυτεπιγνωσιακή περιδίνηση, σαν αναπάντεχος σπασμός ενός θανάτου που απελπισμένα ή εκστατικά (εξαρτάται από το πρόσημο!) επαναλαμβάνεται ως αυτοαναφορά. Ο Έρως, λοιπόν, Προπάτορας όλων των Θεών, γεννιέται ακριβώς πάνω στο μεταίχμιο αυτής της παραλογιστικής έριδας της διαλεκτικής ανακίνησης, ως το πρώτο ωάριο του Είναι που αναμένει το σπέρμα της εθελούσιας επιστροφής στην πηγή της αυτοεστίασης, προσδοκώντας την ανακωχή με την ανεπανόρθωτη ρήξη που ενυπάρχει πρωτογενώς ως ρίζωμα εκεί –μια ανακωχή των εραστών και μια μορφοπλασία του μυστικού εμβρύου που με το βέλος του μέλλει να στοχεύσει κατ’ επανάληψη το εν λόγω σφυροκόπημα με ακόμη μεγαλύτερη δριμύτητα, σαν την ανανεωμένη δίψα για κάθε σταγόνα αμβροσίας. Αυτή είναι η σιωπηρή ενστάλαξη των Μυστηρίων…

 

Αστρέας
Νομάς των ιδεών και των τόπων, συνεχώς εν κινήσει στο ρυθμό του γίγνεσθαι, μεταλλασσόμενος προς το άρρητο και απεκδυόμενος τη μορφή εν γένει.
Συντονίσου

Comments are closed.