No comments yet

TΟ ΜΑΛΛΙ ΤΗΣ ΓΡΙΑΣ

Συντάκτης:

 

Brainstorming ενός νέου που αναζητά τον εαυτό του μέσα στα χαλάσματα…

Είμαι σαν παιδί που παίζει με την πορφυρή πλαστελίνη του και την πλάθει, την αναπλάθει ξανά και ξανά και ξανά δίχως τελειωμό.Το πάθος του είναι τόσο αθεράπευτο που έχει γεμίσει και την μουτσούνα του από δαύτη… σα να βρήκα το χαμένο μάννα, αυτή είναι η φαντασία που έχω, να την πλάθω να οργιάζει σαν κάποια που μου επιτρέπει να κάνω ό,τι πιο πονηρό… Αργά, ντροπαλά στην αρχή, οργασμός στον πνιγμό. Αχ αυτή η φαντασία μου…αυτή φταίει για όλα! Όταν θα έρθει η ώρα να κριθώ σαν άλλος Εφιάλτης θα την δείξω με την άκρη του δαχτύλου μου και θα αποποιηθώ της ευθύνης. Ήταν σα να βλέπω χαζοκούτι που εγώ επιλέγω πρωταγωνιστές, κομπάρσους τεχνικούς. Ξεκίνησα να κάνω μια ανέμελη βόλτα ανάμεσα στους οικείους μου… Οικογένεια, φίλοι, οι πρώην… ξέρεις για ποιες βόλτες μιλάω. Αυτές που κάνουν οι δεκαεννιάχρονες κομμουνίστριες στα γραφικά σοκάκια της Πλάκας και που καταλήγουν από επαναστάτριες επιπέδου «don’t cry for me Argentina» σε παντρεμένη, με δυο κουτσούβελα μεροκαματιάρισσα σε δυάρι στο Γουδί, η οποία έχει πιάσει πιο πολλές φορές τον καραφλό άντρα της να τον παίζει απ’ όσες τον δεκατετράχρονο γιο της. Θλιβερό λοιπόν. Στα δικά μας η βόλτα μου ήταν ανέμελη ένιωσα κάποια στιγμή να σηκώνεται η φούστα μου και να έχω την ανάγκη ενός γλιφιτζουριού μαγκωμένο στο στόμα μου. Αχ χρυσές δεκαετίες. Όταν τότε κάποιοι είχαν τρία αμάξια και σαν άλλες ρουβίτσες, φαν του καπιταλισμού, κάποιοι άλλοι όχι και τόσο μακρυά κάνανε ταξίδια, γνωρίζανε μάγους, γέμιζαν τις μπαταρίες της ψυχής. Ο ένας κατέληξε χωρισμένος να μένει με τη συμπαθητική αλλά κυράτσα μάνα του και ο άλλος να έχει κάνει τόσα ταξίδια που να ζήλευαν μεγάλοι ναυτικοί, να έχει αποκτήσει περιουσία ψυχικής ανάτασης, φίλους αδερφούς και συθέμελα άρρηκτους δεσμούς. Είδα τη μητέρα Τερέζα μου, τη μάνα μου, είδα το βουνό μου, την κορυφή μου, τον πατέρα μου, είδα την πρώην κοπέλα μου plaisir του Εύοσμου, που σαν τάμα μου μεγάλη μάγισσα με ξεγέλασε πάλι με τα κόλπα της και μου φόρεσε το πιο γλυκό χαμόγελο της, το πιο λαμπερό της δέρμα· φόρεσε ακόμα και το άρωμα της που νοσταλγώ: φωτιά! Μετά από αυτή τη βολτούλα αφού φίλησα στο μάγουλο με σεβασμό τη νεαρή θωπεύτρια, βάζοντας της και λίγο δάχτυλο, έβγαλα βίζα και έτρεξα σαν μανιακός να προλάβω αεροπλάνα για ξένα μέρη προσμένοντας χαρές ίσα με το μπόι μου. Βρέθηκα στην Ιαπωνία καθισμένος οκλαδόν μπροστά από έναν αειθαλή γιόγκι να μου διδάσκει τα απόκοσμα. Μαυρισμένο δέρμα εγώ, μουστάκι ίσως και λίγο μούσι, με μαύρα ρούχα, ενθουσιασμένος σα να βγήκα μόλις από μήτρα, να παρατηρώ τον κόσμο. Η μουσική funk jazz, στο backround καλά κρατεί. Tι καθαρή ενέργεια υπήρχε σε αυτά τα σπίτια! Λαμπερά, σιωπηλά γαλήνια, που να με πάρει! Έφυγα από το σπίτι αυτό σαν άλλο Αλβανάκι που μόλις πήρε ελληνική ιθαγένεια και θα αφήσει την ματωμένη πατρίδα του για την Αθήνα μας! Ανέβηκα σε ψηλά ψηλά βουνά, είδα αυτούς που σε βλέπουν με άλλα μάτια, μακρύ μούσι λευκό, γεροδεμένοι παππούδες μιλούσαν στα ζώα και μετά από κάθε εντολή τους δίνανε και ένα φιλί στο σβέρκο. Πόσο απόκοσμο! Είναι σίγουρα άνθρωποι αυτοί; Με τρομάζει αυτή η ησυχία που έχουν μέσα τους και ταυτόχρονα η φωτιά που καεί το πλαστικό από μια λαμπάδα. Πέταξα πάνω από πολύχρωμες πεδιάδες απέραντες, μαγευτικές, που ίσα ίσα σε κάθε μια ήταν ένας, το πολύ δυο επιστάτες και η μουσική καλά με συνοδεύει…Ξάφνου βρίσκομαι στον Αμαζόνιο με ένα σπαθί στο χέρι να κόβω κλαδιά για να περάσω. Δεν είμαι μόνος όμως. Μπροστά μου ένας συνταξιδιώτης αδερφός μού ανοίγει δρόμο με το δικό του σπαθί που με οργή κατεβάζει. Φτάνουμε στο τέλος του δάσους και με το αριστερό του χέρι μου ανοίγει τις φυλλωσιές και ξεπροβάλει το Μάτσου Πίτσου. Ποιος είναι λοιπόν ο γενναίος μέντορας, ο ευγενής; Είσαι εσύ δάσκαλέ μου! Ναι εσύ! Θέλω το γέλιο σου γι’ αυτή τη διαπίστωση να αντιλαλήσει στο φεγγάρι. Νοιώσε ικανοποίηση που ένας μαθητής σου νεαρός κουλ τυπάκος ευαίσθητος με όνειρα σε ενέταξε ειρηνικά στο ψυχικό ταξίδι του. Σε είδε σαν οικογένεια, κακά τα ψέμματα, αλλά όπως καλά γνωρίζεις ο πάτος του βαρελιού δεν έχει τελειωμό ενώ έχει πώμα από πάνω. Εν ολίγοις, μου άνοιξες το δρόμο και μου είπες «σε βοήθησα να φτάσεις μέχρι εδώ, αλλά από εδώ και πέρα είσαι μόνος. Πάμε!!!» Και αυτή η συντροφιά να πρωταγωνιστεί και σε άλλα σκηνικά, όπως ο μεγάλος ορμητικός ποταμός που κολυμπούσα και που ξεφύτρωσες σαν άλλος άγριος, ιδού! Μου υπενθύμισες να είμαι σαν το νερό, εύκαμπτος! Ήσουν πάνω σε μια καμήλα μισο-μεθυσμένη στην χρυσή άμμο της ερήμου, να μου λες ενώ είμαι μισολιπόθυμος..: «Σαν την άμμο να καίει η θεληματική σου στύση…»

Με μια κατάσταση Ζεν στο πρόσωπο μου θύμησες συντριβάνι είναι η αλήθεια.

Κόκκινος από πίεση ψηλός γεροδεμένος αλλά μέτρια χοντρός με σακάκι λευκό μπότες καουμπόι κ παντελόνι λευκό με λουριά να πέφτουν δεξιά αριστερά, χρυσό ρολόι και φωνές! Πολλά λεφτά φίλε…..πολλά όμως!!! Έξω από τη πλατφόρμα μου χιλιάδες υπάλληλοι μου δουλεύουν μανιακά να βγάλουν λεφτάαααααα. Εγώ σε άλλο κόσμο. Λεφτά μόνο KFC, μπύρα μέχρι να σπάσει η κύστη και μια εικόνα της Παρθένας να με προσέχει. Ρομπότ. Ένα δυο τρία.»ρε πούλα την ελλαδίτσα, να χαρείς!» Εγώ μας πούλησα, εγώ φταίω!! Σταυρώστε με Χριστιανοί! Βέγκας, Χόλιγουντ και Μπέιγουοτς να ‘ουμε, αυτοί είστε! Πουθενάδες! Τέλος και από εκεί…. Μου τρέχουνε τα σάλια σα να είδα πρώτη φορά τα βυζιά της μάνας μου,ζαλίζομαι ρε!!!! Παππού, πάμε πιο λάου γιατί θα φύγει φλέμα και δεν θέλω… Θεοί, δαίμονες, ένα και το αυτό! Μάγοι, τσιγγάνες, σαμανίδια, όλοι σε παράσταση παραφροσύνης.Για όσκαρ πάει το έργο! Χρώματα μυρωδιές τοπία δάση μαγεμένα λίμνες από ζάχαρη, ω ναι! Αυτό είναι το σπίτι μου! Νεράιδες, μάγισσες, ξωτικά, όλα εκεί… συγκίνηση… που είσαι μάνα να με δεις, δεν είναι δίπλα μου κανείς.

Και όλα τα σημεία να μου υπενθυμίζουν ότι η απόσταση από τη μαγεία και αυτούς τους κόσμους είναι μια απόφαση μακριά! Περνάνε οι εποχές, Δάσκαλε… Πώς άραγε θα βάλουμε σημάδι να το βρούνε οι επόμενες μετενσαρκώσεις μας, να ήμαστε ξανά παρέα; Τι τίμημα να πρέπει να πληρώσουμε για να μας κάνουν αυτή τη χάρη;

Αγαπάτε αλλήλους….

Συντονίσου

Post a comment