No comments yet

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΔΙΑΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΣΤΕΡΕΟΜΕΤΡΙΑΣ

Συντάκτης:

Ένας από τους πιο ακανθώδεις προβληματισμούς, που προκύπτουν ως απόρροια της προσαύξησης της συνειδητότητας, είναι η αναγνώριση της εγγενώς ευμετάβλητης στερεομετρίας των διαπροσωπικών σχέσεων. Ο λόγος που τούτη η ρευστότητα εκλαμβάνεται ως προβληματική έγκειται στο ότι συνήθως διαψεύδει τις προσδοκίες για τη σφραγίδα μιας φερέγγυας στάσης στον τρόπο που διασταυρώνουμε επικοινωνιακά τις θέσεις μας. Το να είναι κανείς πλήρως φερέγγυος προς όλους με όσους συνδιαλέγεται ισοδυναμεί με μια ιδεατή σταθερότητα στις απόψεις και τα συναισθήματα που συνθέτουν το πολυμορφικό πεδίο του υποσυνείδητου νου του. Εντούτοις, οι ορμέμφυτες καταβολές της στοχαστικής κρίσης είναι κάθε άλλο παρά σταθερές∙ μάλλον, κλυδωνίζονται από μια αέναη αναποφασιστικότητα που τελικά υποκύπτει σε σταθερές αποφάνσεις εν είδει μιας παροδικής σύμβασης, της οποίας ο γνώμονας είναι, όπως θα δούμε παρακάτω, πολυπαραγωντικός.

Εάν θέλουμε να είμαστε αποφασιστικά ειλικρινείς με τον εαυτό μας και όσα συμβαίνουν γύρω μας, θα έλθουμε αντιμέτωποι με την ανάγκη να παραδεχτούμε ότι η ενσυνείδητη στοιβάδα του νου όπου συνάγονται οι δήθεν σταθερές απόψεις για τους άλλους είναι απλώς μια παράλληλος που συνήθως με περίσσεια ανειλικρίνεια επιλέγει να αποσπάσει μόνο μια πτυχή των όσων συμβαίνουν σε μια ενδότερη στοιβάδα. Έτσι, ο στροβιλισμός των απόψεων, που εντελώς ενδεχομενικά χορεύει στο ρυθμό της αέναης αναποφασιστικότητας, όταν το επιτάσσει η οποιαδήποτε διαπροσωπική σύμβαση, καταλήγει ως μια δήθεν πάγια θέση που προφασίζεται την σταθερότητα του εαυτού. Όμως, αυτή η θέση όχι μόνο δεν είναι σταθερή αλλά εν πολλοίς διενεργείται και ως ένα τέχνασμα επικοινωνιακής στρατηγικής, μια κίβδηλη δηλαδή άποψη που είναι αδιάφορη για το περιεχόμενο των σημαινόντων της –εκείνο που έχει σημασία να προωθήσει είναι η γεωμετρία της διαπροσωπικής ανάσχεσης.

Ξεκάθαρα, αυτή η τελευταία εκτίμηση φαίνεται να είναι αρκούντως προβληματική για να δώσει την αύρα ενός πεσιμισμού σε όλες τις κλίμακες των ανθρώπινων σχέσεων. Εάν όμως επιμείνουμε με αντικειμενικό πνεύμα στη διερεύνηση, αποσιωπώντας το συναισθηματικό κόστος μιας τέτοιας απομυθοποιητικής πραγματικότητας, θα δούμε ότι αναποδράστως μόνο τέτοια μπορεί να είναι η φύση της ανθρώπινης επικοινωνίας και των διαπροσωπικών σχέσεων. Όχι, όμως, ότι μια τέτοια παραδοχή καθιστά αφελή την πρόθεση για μια καθαρότητα των σχέσεων και μια όσο το δυνατόν πιο ευκταία, ως προς το όραμα της ομόνοιας, διευθέτηση των επικοινωνιακών μοτίβων. Το ζήτημα είναι ότι μια τέτοια διευθέτηση επέρχεται μέσα από μια πολύ πιο περίπλοκη διεργασία απ’ αυτήν που επιτάσσει η κοινή διαπροσωπική ηθική. Δεν είναι ζήτημα λογοδότησης που προκύπτει με την απόφαση για οριστική –παρά φύσιν- κατάληξη σε μια πάγια θέση απέναντι σε όλους, αλλά μιας καταφατικής εμβάθυνσης στα κατά κανόνα ρηξιγενή περιεχόμενα του ασυνειδήτου και μιας τίμιας παραδοχής του εγγενώς σχισματικού τοπίου της υποκειμενικότητας και, άρα, της διϋποκειμενικότητας.

Βασική παραδοχή με την οποία δύναται να ξεκινήσει ένα πιο ρεαλιστικό ξεκαθάρισμα στο διαπροσωπικό τοπίο είναι αυτή της εκ του φυσικού πολύεδρης προσωπικότητας του ανθρώπου. Κι αυτός δεν είναι παρά ένας ήπιος τρόπος να περιγράψουμε αυτό που συμβαίνει μέσα μας. Ουσιωδώς, όπως μας το εξηγούν και οι σύγχρονες μελέτες της νευροεπιστήμης, η προσωπικότητα δεν είναι απλώς πλουραλιστική εν είδει ενός πολύεδρου σχήματος αλλά ένα πλήθος, που τις περισσότερες φορές βρίσκεται σε κατάσταση ασυνεκτικών διχογνωμιών. Κυριολεκτικά, το προσωπείο της ταυτότητάς μας εμφορείται από ποικίλες υποπροσωπικότητες, που μάχονται για την επικράτηση της δικής τους ημερήσιας διάταξης σε ένα πολυμιγές πεδίο προδιαθέσεων και σκοπιμοτήτων. Εκείνο, λοιπόν, που θεωρούμε «εαυτό» είναι μια ψευδαισθησιακή φαινομενικότητα της μονάδας, της οποίας η κατίσχυση είναι απόρροια αλλεπάλληλων ασυνεπειών και ρηγμάτων που με προκρούστειο τρόπο επιβάλλουν το, ασυνάρτητο από την πραγματικότητα, δόγμα του ενός που όμως εντελώς τραγελαφικά αποτελεί τον ορισμό της προσίδιας ασυνέπειας.

Δεδομένου λοιπόν ότι η προσωπικότητα αποτελεί, στην καλύτερη περίπτωση, μια πολύεδρη ενότητα, το μόνο που μπορεί να περιμένει κανείς να δει στο διαπροσωπικό τοπίο είναι μια συνθήκη αέναων αναπροσαρμογών που προκύπτουν, κυρίως απρόβλεπτα, από τις λυκοφιλίες, τις άσπονδες συμφωνίες, τις βαθιές υπόρρητες αντιπάθειες και τις πολυσχιδείς συμμαχίες των υποπροσωπικοτήτων μέσα μας. Μια ρευστή δυναμική συνδυαστικών τάσεων που, ενόσω διενεργούνται κατά τη διάρκεια της επικοινωνιακής  μας συμβίωσης, ταυτόχρονα αποσιωπούνται μέσα από αμυντικές προφάσεις του επιφανειακού εαυτού, που θέλει να είναι συνεπής στο ψευδές δόγμα της ενιαίας του πρόθεσης. Όλα όσα όμως εξορίζονται από τη συνείδηση προς την άγρια περιφέρεια του ασυνειδήτου δεν εκπίπτουν σε ονειρικά χέλια που διαφεύγουν της προσοχής. Τουναντίον, είναι οι ίδιες οι ρητές βάσεις του οποιουδήποτε διαπροσωπικού σχήματος και μάλιστα διακαείς συντελεστές που δρομολογούν μέσα από αφερέγγυες στρατηγικές το συμφέρον της φαινομενικής ηθικής ενότητας του χαρακτήρα.

Σημειωτέον ότι εδώ δεν αμφισβητείται η ηθική διάσταση του προσώπου εν γένει αλλά γίνεται μια απόπειρα να διευκρινιστεί το πόσο αήθης είναι η δυναμική των διαπροσωπικών σχέσεων όταν εμπλέκονται παραπάνω από δυο άτομα, τα οποία ως εκ φυσικού υπόκεινται την πρωτογενή νεύρωση της ίδιας τους υποκειμενικότητας. Επομένως, είναι πολύ απαιτητικό να προσδοκά κανείς την ακεραιότητα του χαρακτήρα σε ένα πεδίο όπου η διαπροσωπική και περιβαλλοντική ρευστότητα τροφοδοτεί την εσωτερική ασυνέπεια των παράταιρων υποπροσωπικοτήτων ως προς τη φαινομενικότητα του ενιαίου του σχήματος. Εάν κάτι δρομολογείται με συνέπεια, μέσα σε αυτή την θαλασσοταραχή που προκαλεί ο στροβιλισμός των αέναων διαπροσωπικών θεάσεων και απόψεων, είναι η έκπτυξη της συμφεροντολογικής επένδυσης, της οποίας κύριος στόχος είναι το τεθεί κανείς στο ξέφωτο του απυρόβλητου, στην καλύτερη δυνατή διαπροσωπική θέση, ανάμεσα στα πισώπλατα «καρφώματα» ποικίλων επικοινωνιακών τριγωνισμών επί των οποίων βασίζεται και η ίδια…

Μιλώντας πάντα σε πλαίσια μινιμαλιστικής κλίμακας, η αλήθεια είναι ότι η επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων, όταν εμπλέκονται παραπάνω από δυο άτομα, δεν είναι σε καμία περίπτωση «αναίμακτη». Οι διαπροσωπικοί τριγωνισμοί λειτουργούν κατά ασύλληπτο τρόπο αφερέγγυα για τον κάθε ένα συντελεστή, που τους συναπαρτίζει ξεχωριστά, δημιουργώντας στην κλίμακα της ευρύτερης ομαδικής/κοινωνικής επικοινωνίας το στοιχειώδες ψηφίο της ψευδότητας: το τρίγωνο του διαβόλου από το οποίο συναρμολογείται η κανονικότητα της διαπροσωπικής νοοτροπίας που επικρατεί στο συνονθύλευμα των επαφών μας. Το τρίγωνο αυτό δεν είναι ποτέ ισοσκελές, αν αναλογιστούμε ότι στην απουσία του «τρίτου», οι δυο αναπτύσσουν τη μεταξύ τους οικειότητα ως άμεση συνέπεια της απουσίας του. Ο απών δίνει το πρόσχημα της υπέρβασης των διαφορών τους και προωθεί μια ανά μεταξύ τους συνάφεια εκεί ακριβώς που τέμνεται η αμφοτέρωθεν δυσαρέσκειά τους απέναντι του. Αυτό το στίγμα του «τρίτου» θα το εντοπίσουν ή και θα το εφεύρουν αν χρειαστεί, προβάλλοντας πάνω του τα εσωτερικά τους δαιμόνια ώστε να φτιάξουν το εξιλαστήριο θύμα που θα διαφυλάξει τους όρους της καλής τους γειτονίας. Πρόκειται για μια βαθιά ριζωμένη στρατηγική που λίγο-πολύ ελλοχεύει μέσα σε όλους μας ως ένα κοινό, «βρώμικο» ταμπού.

Τι συμβαίνει άραγε όταν αποκαλύπτεις αυτό το κοινό μυστικό, όντας αδιάφορος για τη διακύβευση της απόπειρας για μεγιστοποίηση της δημόσιας σου θέσης; Που οδηγεί μια τέτοια αφόρητη τιμιότητα που διασαλεύει τις επικοινωνιακές συναστρίες, εκθέτοντας τους χρησιμοθηρικούς τους διασκελισμούς απέναντι στον οποιονδήποτε «τρίτο»;

Δε θα έπρεπε μια τέτοια αποκάλυψη να είναι δα και τόσο τραγική. Άλλωστε εξακολουθούμε να μιλάμε σε πλαίσια μινιμαλιστικά και ζητήματα ανυπόληπτα για τη «μεγαλοπρέπεια» του προσώπου. Η αποκάλυψη αυτή, όμως, θα είναι σίγουρα προωθητική ως προς τη λειτουργικότητα της ατομικής και συλλογικής μας αυτεπίγνωσης και είναι το μόνο που πραγματικά μετράει.

Η πρόσοψη μιας προσωπικότητας στερεοποιείται πάντα μέσα από την επικοινωνία, η οποία επιβάλλει την ανάγκη για επιλεκτική έκθεση πτυχών της που ανταποκρίνονται με καλύτερο τρόπο στις ισχύουσες συνθήκες. Εν αντιθέσει, όταν είναι κανείς μόνος του δεν κάνει άλλο από το να διαλογίζεται σε μια διασπορά ετερόκλητων θέσεων που καθιστούν την υποκειμενικότητα ένα πρωτογενές μάγμα αέναης αναποφασιστικότητας που μπορεί να προσαρμοστεί σε ένα μεγάλο εύρος επικοινωνιακών ιδιαιτεροτήτων. Είναι σημαντικό όμως να υπογραμμιστεί ότι άπαξ και ξεκινήσει η προσωρινή σύμβαση της επικοινωνίας μεταξύ δυο ατόμων, το τοπίο έχει διαμορφωθεί με προφάσεις ανέκκλητων θέσεων και απόψεων, που, χάριν της επίδοξής τους συνέπειας και κυρίως της ανάγκης για συμμαχίες στο δρόμο προς το συλλογικό απυρόβλητο, θα στηριχτούν στο διακριθέν στίγμα ενός απόντος «τρίτου». Κι όταν έρθει η ώρα να επικοινωνήσει ένας εκ των δυο «θυτών» με το «θύμα», με παροιμιώδη ευχέρεια το σχήμα θα έχει αντιστραφεί με μια νέα «θυματοποίηση». Φυσικά, σε αυτή τη διαπροσωπική ασυνέπεια δεν υπάρχει ίχνος εσωτερικής ασυνέπειας του καθενός ως προς την αταλάντευτη πρόθεση στρατηγικής μεγιστοποίησης της θέσης του: το να «καρφώνεις» τον οποιονδήποτε φέρνει η ώρα στη θέση του «τρίτου», δίχως να έχει σημασία αν χθες ήταν ο πιστός σύμμαχος απέναντι σε εκείνον που τώρα βρίσκεται συνεργατικά ενώπιον σου, είναι ο εντελώς λογικός τρόπος για να οχυρώσεις τη θέση σου από κάθε πλευρά. Το πνεύμα είναι ανομολόγητα συνωμοτικό και κατά έναν ειρωνικό τρόπο, αντί να μας ονειδίζει  κατά την τροπή συνειδητοποίησής του, μάλλον μας κάνει πιο εργατικούς ως προς την εγγενή αυτή ανταγωνιστικότητα που διαμορφώνει το σχισματικό τοπίο, αφενός, των υποπροσωπικοτήτων που μας συναποτελούν και, αφετέρου, της διαπροσωπικής μας σύμβασης.

Ποια είναι η πανοπτική εικόνα, λοιπόν, στο ευρύτερο συλλογικό τοπίο αυτής της φυσικής συνθήκης; Δίχως να σημαίνει ότι είναι παθολογική, αλλά παραμένοντας βαθιά προβληματική, η αφερέγγυα αυτή στρατηγική προβιβασμού της ταυτότητας δια μέσω της συνεργασίας που στηρίζεται στο εξιλαστήριο στίγμα ενός «τρίτου», δημιουργεί ένα περίπλοκο μωσαϊκό ψευδότητας, ανειλικρίνειας, επουσιωδών στάσεων και συγκινησιακής αναξιοπιστίας – ψηφίδες στις οποίες βλέπουμε να συντίθεται η εικονική πραγματικότητα διϋποκειμενικότητας εν γένει. Τι μπορεί να συμβεί εάν πριμοδοτηθεί η προαναφερθείσα «αφόρητη τιμιότητα» που σε πρώτο πλάνο απειλεί να σαμποτάρει την διαπροσωπική σύμβαση; Αναμφισβήτητα, οι εμβόλιμες εισροές καταφατικής αναγνώρισης τούτης της ασύνειδης πραγματικότητας, το ελάχιστο που μπορεί να κάνουν είναι να ακονίσουν τα αντανακλαστικά της αυτεπίγνωσης ως προς τον τρόπο που διενεργείται η προφύλαξη της βαθιάς εσωτερικής αγωνίας του υποκειμένου απέναντι στις ετερόκλητες ροές που μέσα του και έξω του το κατακλύζουν. Είναι βασικό να κατανοήσουμε ότι η επικοινωνία κατά έναν βασικό τρόπο μας εκφυλίζει. Μας εκφυλίζει επειδή μας αναγκάζει να προσαρμοστούμε σε θέσεις αλλότριες που δεν έχουν διάθεση να υποκύψουν στον σολιψισμό της εσωτερικής μας θέασης. Κι επειδή αυτός ο αγώνας μπορεί να γίνει ψυχολογικά βίαιος, ο εκφυλισμός των δυο τρέπεται σε ακόμη πιο προχωρημένο επίπεδο μέσω της αφερεγγυότητας απέναντι στον «τρίτο», που ως εξιλαστήριο θύμα αποσοβεί τους κραδασμούς της ανά μεταξύ τους τριβής.

Δυστυχώς, είναι ανώφελο να προσπαθεί κανείς να στερεοποιήσει άπαξ δια παντός το αναξιόπιστο τοπίο αυτό σε μια πιο διευθετημένα αναπτυσσόμενη επικοινωνία – «διευθετημένα αναπτυσσόμενη» επικοινωνία υπό τη διόπτρα ποιανού συμφέροντος, άλλωστε; Όσο μοιρολατρικό κι αν ακούγεται, το μόνο που μπορεί να γίνει προς τη βέλτιστη τροπή είναι προσθέσουμε σε αυτό το μωσαϊκό την καταφατική αναγνώριση και ομολογία, που θα εκθέσει την ενύπνια αυτή στρατηγική ως ένα κλειστοφοβικό παιχνίδι που αποπειράται να παίξει το Εγώ για να διαφυλάξει την φαντασιακή του πρωτοκαθεδρία. Και παρότι το παιχνίδι αυτό αποτελεί μια τέτοια συνήθεια που θα είναι δύσκολο να παταχθεί, σημασία έχει ότι η στρατηγική του επιτέλους θα έχει διαρραγεί, καθώς οποιοδήποτε πεπερασμένο σχήμα πλαισιώνει η αυτεπίγνωση, χάνει τη συνοχή του και την έντασή του και γίνεται μια παρωχημένη ουρά της αυτοματοποιημένης διάνοιας. Περισσότερες εμβολές τίμιας αναγνώρισης των εγωλογικών μας στρατηγικών σημαίνει απομυθοποίηση της σολιψιστικής θέσης που ασυνειδήτως δικαιολογεί τα ιδιοτελή μας κίνητρα και προσπέραση των διαπροσωπικών αναγκαιοτήτων που μας στριμώχνουν σε ένα είδωλο στον καθρέφτη που δεν αναγνωρίζουμε. Εάν υπάρχει μια πιθανότητα επικοινωνιακής και κυρίως ηθικής βελτίωσης, αυτή θα επέλθει οργανικά μέσα από την αυτοποιούμενη οργάνωση που επιφέρουν οι επαυξημένοι αντανακλαστικοί αισθητήρες της ενσυνείδητης παρουσίας. Όχι με άμεση, αυστηρή τιθάσευση της «δόλιας» στρατηγικής, αλλά με μια τέτοια διεισδυτική και αμερόληπτη παρατηρητικότητα που εν τέλει θα καταστήσει αποδεκτή την αλήθεια που αρχικά φαντάζει αποτρόπαια και που υποκινεί όλον αυτόν τον αγώνα απέναντι στον «τρίτο»: ότι ούτως ή άλλως η εξυπηρέτηση του συμφέροντος όλων επουδενί οδηγεί σε μια καθολική στερεοποίηση του διαπροσωπικού τοπίου με μια σαφώς διατεταγμένη διϋποκειμενικότητα∙ απεναντίας, η εξυπηρέτηση του συλλογικού συμφέροντος («να καθίσουμε όλοι σε κοινό τραπέζι, χωρίς ενοχές», στην καθομιλουμένη) καθιστά το ρευστό πεδίο της αέναης αναποφασιστικότητας θεμιτό οργανικό φαινόμενο – με άλλα λόγια, έχουμε κάθε δικαίωμα να «καρφώνουμε» πισώπλατα σύμφωνα με τις ενδεχομενικές περιστάσεις. Υπό μια κρίσιμη διαφορά! Οι αναστοχαστικοί μας αισθητήρες θα είναι τόσο οξυμμένοι που δε θα μπορεί να ευδοκιμήσει καμία είδους χαιρέκακη σκοπιμότητα επί αυτής της φυσιολογικής διαδραστικότητας, ούτε στόχος θα είναι πλέον το απυρόβλητο της εκάστοτε ατομικότητας. Το κάθε άλλο! Εξαιτίας αυτής της αναστοχαστικής επαγρύπνησης, η αναγκαιότητα μας εξαναγκάζει να συμβιβαστούμε με μια αναπόδραστη συνθήκη, αυτήν της ετερότητας κι άρα, να εκλάβουμε τον φυσικό ανταγωνισμό των απόψεων και τον επίσης φυσικό παραγκωνισμό του «τρίτου» προς χάριν μιας διαπροσωπικής αβρότητας ως το ερέθισμα που μέλλει να υποδαυλίσει ένα μεγάλο κίνητρο που υποσκελίζει παντελώς την πονηρή αυτή στρατηγική: το κίνητρο για την ενοποίηση του ενδότερου τοπίου μας…

Όταν οι υποπροσωπικότητες μας καταφέρουν να συνάψουν μια συνεκτική ομόνοια, θα απομείνουν λίγες οι αφορμές για πισώπλατες «μαχαιριές».  Το να αποπειραθεί να σμιλέψει κανείς έναν συνεκτικό (εφόσον είναι αδύνατον να είναι ενιαίος) εαυτό έχει την άμεση απόδοση του να διαφυλάσσει στο απυρόβλητο τη θέση του, καθώς εκλείπουν τα ερείσματα για διάσπαση συνοχής των άλλων. Ο παράδοξος νικητής της αρένας είναι εκείνος που αδιαφορεί για την αγωνία που στοιχειώνει την διαπροσωπική συνθήκη∙ με την παράβαση κανόνων που διενεργεί η αναστοχαστική του αναίρεση (η καταφατική άρση της ενύπνιας παραγνώρισης της πονηρής στρατηγικής), το παιχνίδι, παρότι εξακολουθεί και υφίσταται, γίνεται η παιδαγωγική πίεση που ενέχει τους καρπούς διόρθωσης του ανώριμου οντολογικού προσανατολισμού που διακρίνεται στις διχοστασίες των εσωτερικών μας κλασματικών εαυτών.

Αστρέας
Νομάς των ιδεών και των τόπων, συνεχώς εν κινήσει στο ρυθμό του γίγνεσθαι, μεταλλασσόμενος προς το άρρητο και απεκδυόμενος τη μορφή εν γένει.
Συντονίσου

Comments are closed.