No comments yet

ΠΕΔΡΟ ΣΑΛΒΑΔΟΡ

Συντάκτης:

[Ό,τι φοβάσαι γίνεσαι…]

                                                                                                                                               του Χόρχε Λουίς Μπόρχες

  

Θέλω να καταγράψω, ίσως για πρώτη φορά, ένα από τα πιο παράξενα και θλιβερά γεγονότα της Ιστορίας μας. Νομίζω πως ο καλύτερος τρόπος να το κάνω, είναι να παρέμβω όσο το δυνατόν λιγότερο στην αφήγηση και ν’ αποφύγω κάθε γραμμική προσθήκη και αυθαίρετη εικασία.

Ένας άντρας, μια γυναίκα κι ο γιγάντιος ίσκιος ενός δικτάτορα είναι τα τρία πρόσωπα. Ο άντρας ονομαζόταν Πέδρο Σαλβαδόρες· ο παππούς μου Ασεβέδο τον είδε, λίγες μέρες ή λίγες βδομάδες μετά τη μάχη του Κασέρος. Ο Πέδρο Σαλβαδόρες, μπορεί να μην είχε τίποτε το ιδιαίτερο, αλλά η μοίρα και τα χρόνια τον κατέστησαν μοναδικό. Πρέπει να ‘ταν αρχοντάνθρωπος, όπως τόσοι άλλοι στον καιρό του. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι είχε κτηματική περιουσία κι ήταν Ενωτικός. Το πατρικό όνομα της γυναίκας του ήταν Πλάνες· το ζευγάρι έμενε στην οδό Σουιπάτσα, όχι μακριά από τη γωνιά με την Τέμπλε. Το σπίτι όπου διαδραματίστηκαν τα γεγονότα, πρέπει να ήταν το ίδιο με τα άλλα: η εξώπορτα, το χολ, η εσώθυρα, τα δωμάτια, οι βαθιές, σκιερές αυλές. Μια νύχτα, γύρω στα 1842, άκουσαν το υπόκωφο ποδοβολητό αλόγων στο χωματόδρομο που όλο και δυνάμωνε, καθώς και τις ιαχές των καβαλάρηδων. Αυτή τη φορά, η Μασόρκα δεν προσπέρασε. Τις κραυγές διαδέχθηκαν απανωτά χτυπήματα, κι ενόσω οι άνδρες γκρέμιζαν την πόρτα, ο Σαλβαδόρες πρόλαβε να παραμερίσει το τραπέζι της τραπεζαρία, ν’ ανασηκώσει το χαλί και να κρυφτεί στο υπόγειο. Η γυναίκα ξανάβαλε το τραπέζι στη θέση του. Η Μασόρκα μπήκε στο σπίτι· είχαν έρθει να πιάσουν τον Σαλβαδόρες. Η γυναίκα τούς είπε ότι ο άντρας της είχε φύγει στο Μοντεβιδέο. Δεν την πίστεψαν· την χτύπησαν, έσπασαν όλες τις γαλάζιες πορσελάνες κι έψαξαν το σπίτι, αλλά δε σκέφτηκαν ν’ ανασηκώσουν το χαλί. Έφυγαν τα μεσάνυχτα κι ορκίστηκαν πως θα ξαναπερνούσαν.

Σ’ αυτό το σημείο αρχίζει ουσιαστικά η ιστορία του Πέδρο Σαλβαδόρες. Εννέα χρόνια έζησε στο υπόγειο. Όσο και να λέμε ότι τα χρόνια γίνονται από μέρες και οι μέρες από ώρες, ή ότι εννέα χρόνια είναι μια έννοια αφηρημένη κι ένα αδιανόητο άθροισμα, αυτή η ιστορία δεν παύει να είναι αποτρόπαιη. Φαντάζομαι πως σ’ εκείνο το σκοτάδι που τα μάτια του έμαθαν να το διαβάζουν, δε σκεφτόταν τίποτε –ούτε καν το μίσος του ή τον κίνδυνο. Ήταν εκεί, στο υπόγειο. Από πάνω πρέπει να του έφταναν κάποιοι απόηχοι από τον κόσμο που του ήταν πια απαγορευμένος: τα συνηθισμένα βήματα της γυναίκας του, ο χτύπος του κουβά στην πηγαδόπετρα, η βαριά βροχή στην αυλή. Άλλωστε, κάθε μέρα μπορεί και να ‘ταν η τελευταία.

Η γυναίκα, φοβούμενη μήπως τους καταδώσει κάποιος από το υπηρετικό προσωπικό, τους έδιωξε σιγά-σιγά όλους. Σ’ όλους τους δικούς της είπε ότι ο Σαλβαδόρες ήταν στην Ουρουγουάη. Έβγαζε το ψωμί τους ράβοντας για το στρατό. Τα χρόνια αυτά, γέννησε δυο παιδιά· οι δικοί της την αποστράφηκαν, πιστεύοντας ότι είχε εραστή. Μετά την πτώση του τυράννου της ζήτησαν συγγνώμη γονατιστοί.

Τι ήταν, ποιος ήταν ο Πέδρο Σαλβαδόρες; Ποιος τον κρατούσε φυλακισμένο; Ο τρόμος; Ο έρωτας; Η αόρατη παρουσία του Μπουένος Άιρες; Ή μήπως, προς το τέλος, η συνήθεια; Η γυναίκα του, για να μη της φύγει, θα πρέπει να του έδινε θολές πληροφορίες για συνωμοσίες και για νίκες. Κι αν ήταν δειλός; Κι αν η γυναίκα του, αφοσιωμένη, το ‘χε καταλάβει και του το ‘κρυβε. Τον φαντάζομαι στο υπόγειό του, ίσως χωρίς ούτε ένα κερί, ούτε ένα βιβλίο. Το σκοτάδι θα τον βύθιζε στον ύπνο. Στην αρχή, θα ονειρευόταν την τρομερή νύχτα όπου το ατσάλι θα ‘ψαχνε το λαρύγγι, θα ονειρευόταν δρόμους ανοιχτούς, τον κάμπο. Με τον καιρό, δε θα μπορούσε πια να φεύγει, και θα ονειρευόταν μόνο το υπόγειο. Στην αρχή, θα ήταν ένα πλάσμα φοβισμένο, κυνηγημένο· αργότερα (ποτέ δε θα το μάθουμε), ένα ζώο στη φωλιά του, ήσυχο ήσυχο, ή κάτι σαν χθόνια θεότητα.

Όλα αυτά, ως εκείνη την καλοκαιριάτικη μέρα του 1852 που ο δικτάτορας έφυγε από τη χώρα. Τότε, ο κρυμμένος άνθρωπος βγήκε στο φως της μέρας· ο παππούς μου του μίλησε. Ήταν παχύς και πρησμένος, χλομός σαν το κερί, και μιλούσε χαμηλόφωνα. Δεν επέστρεψαν ποτέ τα κτήματα που του είχαν δημεύσει· νομίζω πως πέθανε πάμπτωχος.

Όπως όλα τα πράγματα, έτσι και η μοίρα του Πέδρο Σαλβαδόρες μας φαίνεται ότι συμβολίζει κάτι που είμαστε στα πρόθυρα να το καταλάβουμε.

Συντονίσου

Comments are closed.