No comments yet

ΑΤΛΑΣ: ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑ

Συντάκτης:

Απόσπασμα από το

ΨΥΧΟΚΒΑΝΤΕΣ

ΟΔΗΓΟΣ ΑΥΤΟΠΡΑΓΜΑΤΩΣΗΣ

ΤΟΥ

ΜΕΤΑ-ΟΥΜΑΝΙΣΤΙΚΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ

που πρόκειται να εκδοθεί προσεχώς

Όπως έχει διαφανεί σε αρκετά σημεία στις προηγούμενες σελίδες, το διακαές ζήτημα του κεντραρίσματος των ψυχοκβαντών δεν εξυπηρετεί απλώς την τρέχουσα ζωή ενός υποκειμένου και, σαφέστατα, μικρή σημασία θα είχε η βαθύτερη εργασία που έγκειται στις υπερατομικές στοιβάδες αν η όλη αυτή προοδευτική διαδικασία δεν απευθυνόταν σε ένα υποκείμενο που επιβιώνει του θανάτου. Άλλωστε όταν γίνεται λόγος για υπερατομική παρακαταθήκη της εναρμόνισης, εξυπονοείται ακριβώς το ενδεχόμενο μιας συνεκτικής συνέχειας της συγκεκριμένης ψυχικής διαρρύθμισης που υποσκελίζει τον βιολογικό θάνατο ως τίποτε λιγότερο από έναν σύνδεσμο επαναφοράς της συγκεκριμένης αυτής διαρρύθμισης. Όμως μια τέτοια υπερβατικώς θεωρούμενη συνθήκη, στην οποία εικάζουμε την μετενσάρκωση της ψυχής, αποτελεί για πολλούς απλώς ένα μεταφυσικό δόγμα, που δεν έχει πιθανότητα επιβίωσης στην εποχή της γνωσιακής αποδόμησης. Κι όποιος επιχειρεί να το επαναφέρει ως δόγμα κινδυνεύει να χάσει κάθε προτεραιότητα στην εκτίμηση των διερευνητών στο μεθοριακό μέτωπο της γνωσιακής εξέλιξης.

Είναι κρίσιμης σημασίας, λοιπόν, να δοθούν εξηγήσεις το γιατί η πραγματεία αυτή θεωρεί a priori δεδομένο τον υπερατομικό ορίζοντα της παλιγγενεσίας. Καταρχάς, το έργο ενεργειακής διευθέτησης της ακτινοβολίας του αυτοαναφορικού σήματος, με όλην την πολυεπίπεδη σύσταση του, δείχνει ξεκάθαρα, λόγω δομής και περιεχομένου, σε μια μακραίωνη ανάπτυξη που αφορά πάντα αυτό το ένα υποκείμενο. Εδώ όμως είναι που ευθύς αμέσως η δήλωση αυτή περιπλέκεται σε φιλοσοφικές αμφισημίες και οντολογικά παράδοξα που ακόμη δεν έχουν βρει ικανοποιητική απάντηση. Ποιο είναι το υποκείμενο και τι είναι αυτό που επιβιώνει του θανάτου του; Πώς θα μπορούσε να ισοσκελιστεί η διαφορά της φανέρωσης από μια υποτιθέμενη μονιμότητα; Μονιμότητα τίνος; Με ποιον τρόπο το υποκείμενο μετενσαρκώνεται, σύμφωνα με ποιες λογικές παραμέτρους και τι είναι αυτό που καθιστά το ένα υποκείμενο με το άλλο, επί της ίδιας ψυχικής γραμμής ανέλιξης, ακριβώς το ίδιο υποκείμενο που επιβιώνει του θανάτου προς όφελος της διηνεκούς μεταστοιχείωσης;

Αυτά είναι βαθιά οντολογικά ερωτήματα και δεν έχουμε πολλές δυνατότητες να αναμετρηθούμε μαζί τους, ούτε καθαρές αποδείξεις που να υποστηρίζουν την εν λόγω μεταφυσική εικασία. Εντούτοις, στα πλαίσια μιας αφηρημένης θεώρησης, μπορούμε κάλλιστα να δείξουμε ότι η παλιγγενεσία, ως μια δομική αρχή, αποτελεί μια λογική προέκταση της σύνολης νομοτέλειας που παρατηρούμε στη φύση. Το γεγονός ότι εδώ μας απασχολεί ένα υπερβατικό ζήτημα, που υπερκερνάει τη δυνατότητα βιωματικής καταγραφής επί των ένυλων δεδομένων, καθιστά σαφές ότι θέτει το όριο της γνωστικής μας ενάργειας και μας αφήνει σε απλούς υποθετικούς ρεμβασμούς για το τι μπορεί να συμβαίνει πάνω από το ταβάνι. Αλλά ας τραβήξουμε τις προεκτάσεις της νομοτελειακής λογικής που συνυφαίνει τα πάντα γύρω μας και ας λάβουμε υπόψιν το ότι οι σύγχρονες επιστημολογικές ενδείξεις τείνουν να αποδεχτούν την υπόστασή μας και την πραγματικότητα ως ένα πολυδιάστατο κέλυφος στο φάσμα διαβάθμισης της ύλης. Τότε θα δούμε ότι οι γνωσιακές μας καταγραφές αναποδράστως εκτείνονται σε μια ευρύτερη θέαση που υποβιβάζει το φυσικό σώμα και τη στέρεα ύλη, γενικότερα, ως βάθρο και γνώμονα της σύνολης επιστημονικής διερεύνησης. Πλέον ο γνώμονας με τον οποίο μελετούμε και κρίνουμε την πραγματικότητα είναι καθαρά ενεργειακός, που σημαίνει ότι η επιστημολογία έχει ήδη ξεμακρύνει στον ορίζοντα των αιθέριων ενοράσεων περί του τι εννοείται με τον όρο πραγματικότητα.

Εάν λοιπόν το φυσικό σώμα αποτελεί απλώς μια μικρή επιφάνεια της πολυδιάστατης πραγματικότητας της ενεργειακής συγκρότησης, εκτός του ότι παύουμε να εμπιστευόμαστε πλέον τυφλά τους αυστηρούς θετικιστές του δογματικού υλισμού συνάμα γινόμαστε και πιο δεκτικοί στην ενόραση της οποιασδήποτε εύθετης δομικής επέκτασης προς το υπερβατικό πεδίο της νομοτέλειας που αναμφιλέκτως γνωρίζουμε. Από μια τέτοια πρόταση είναι που ξεκινάει η συζήτηση περί των ανακυπτόντων μοτίβων, δηλαδή, η θέαση του υποκειμένου ως φορέα μορφικών ιδιαιτεροτήτων που καθιστούν το ένα μισό της ουσίας του (το άλλο μισό, όπως έχουμε δείξει τόσες φορές, είναι η κενότητά του). Εφόσον το υποκείμενο είναι το τίποτε δίχως τις μορφικές του ιδιαιτερότητες και εφόσον έχουμε δείξει ότι το τίποτε είναι ο ορισμός της απόλυτης γαλήνης που αποκαθιστά οντολογικά τον εγκόσμιο μόχθο του εξαρθρωμένου αυτοαναφορικού ενεργήματος, λογικά μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι εκάστοτε μορφικές ιδιαιτερότητες αποτελούν το εμπόδιο στη διεκπεραίωση του αυτοαναφορικού ενεργήματος ως προς την κενή καταβολή του. Συνεπώς, εφόσον η ζωή ενός υποκειμένου περιπλέκεται από ποικίλα βάσανα και δυσχέρειες και εφόσον η ψυχική πρόοδος κρίνεται με όρους λείανσης τούτων των ανώμαλων παραμέτρων δεν μπορούμε παρά να υποθέσουμε ότι οι μορφικές ιδιαιτερότητες τίθενται υπό τη διεργασία ενός ραφιναρίσματος, που στην πρόοδό του μετατρέπει την ψυχική συγκρότηση σε πιο λεπτοφυείς και διάφανες μορφικές διατάξεις ώστε να εκπέμπει ολοένα και πιο ευθυτενώς η λάμψη της υπερατομικής κένωσης. Όμως στο εύρος μιας οποιασδήποτε βιογραφίας είναι αδύνατον να βρούμε να συμβαίνει αυτή η πρόοδος από την αρχή ως το τέλος. Σύμφωνα με τα όσα παρατηρούμε στον βιόκοσμο, η αρχή βρίσκεται στην πλήρη άγνοια και τις υποβαθμισμένες συνθήκες διαβίωσης που υπόκεινται κάποιες κυψελίδες ανεπεξέργαστων ψυχών ανά τον κόσμο και ανά τον χρόνο. Και το τέλος βρίσκεται στα υψηλά όρη της ασκητικής αυτοβουλίας που επιστέφει τον αγώνα των βασάνων με την ευφροσύνη της εκζητούμενης κένωσης που ανακαλύπτει και προάγει ένα εξελιγμένο νευρικό σύστημα. Εφόσον αυτή η μακρά πορεία από τα Τάρταρα έως τον Όλυμπο είναι λογικά αδύνατη να αναπτυχθεί στη διάρκεια μιας βιολογικής ενσάρκωσης, η πόρτα της μεταφυσικής αφαίρεσης περί της παλιγγενεσίας ανοίγει διάπλατα.

Ίσως η σημαντικότερη ένδειξη της ισχύουσας παλιγγενεσίας είναι η ίδια η φαινομενική αδικία και η πανθομολογούμενη ανισότητα στις βιοτικές συνθήκες που διαμερίζουν το συλλογικό. Πώς μπορεί να δικαιολογήσει κανείς, εντός μιας οντολογικής θεώρησης, το ότι ο ένας γεννιέται με ένα προβληματικό γενετικό υλικό και σε ένα δύσβατο περιβάλλον με όλη την κακοδαιμονία του κόσμου και ο άλλος γεννιέται με εξαιρετικό γενετικό υλικό και σε ένα περιβάλλον που τον επιτρέπει να ευδοκιμήσει; Πώς μπορεί να δικαιολογηθεί αυτή η σπαρακτική ανισότητα, στα πλαίσια της θεώρησης της μιας μοναδικής ζωής; Κι επειδή πάει καιρός πλέον που τα οντολογικά ζητήματα, με όλη τη στήριξη των επιστημονικών δεδομένων, έχουν ξεφύγει από την κιχωτική τους δυσφήμιση, θέτουμε ως βάση κρίσης έναν κόσμο του οποίου η νομοτέλεια συμπεριλαμβάνει και την ανθρώπινη μοίρα. Ωριμάζοντας με το ανάβλεμμα της ενατένισης βαθιά στον παλμό της ψυχής, θα γίνει αδιαμφισβήτητο το ότι η πιο σημαντική φανέρωση της σύνολης νομοτέλειας της πραγματικότητας κεντάει τα έργα της ακριβώς στο ύψος της απόλυτης προφάνειας, τη βιωματική σφαίρα της συνείδησης. Ομολογία που σημαίνει ότι, από μόνη της, η οντική μας διακύμανση ανά τις ενσαρκώσεις δεν μπορεί να καταγράψει με βέβαιο τρόπο τη διατήρηση της ταλάντωσης που διαπερνά τα μόρια της θάλασσας. Κάθε κύμα πιστεύει ότι είναι μοναδικό, εντούτοις, η «μοναδικότητά» του ταλαντώνεται διηνεκώς μέσα από διάφορες αμφιέσεις της ύλης. Εάν λοιπόν η δυναμική αυτή πορεία δεν έχει ως στόχο την βελτίωση της, τότε η ανισότητα που βλέπουμε γύρω μας δεν περισώζεται ούτε από τον υπερβατικό άξονα της ψυχής. Όμως, κάνοντας το άλμα πίστης, αλλά και λογικής διασαφήνισης, προς την αποδοχή μιας νομοτελειακής ανέλιξης των μορφικών συγκροτημάτων που συναποτελούν την συλλογική υποκειμενικότητα, ευθύς αμέσως ολόκληρο το τοπίο με τις βαθιές εγκάρσιες σχάσεις των «αδικημένων» και τα υψηλά ακρώρεια των «προικισμένων» εξηγείται υπό το φως μιας ευρύτερης, τρόπον τινά, γεωλογικής γενεαλογίας των συμβάντων στα οποία οφείλεται το παρών τοπίο. Με άλλα λόγια, οι ανισότητες του κόσμου, πέρα από κοινωνικοπολιτικό πρόβλημα, γίνεται και μια οντολογική λύση ως προς τον υπαρξισμό με τα χίλια αναπάντητα ερωτήματα.

Είναι ήλιου φαεινότερο ότι ο κόσμος αυτός διέπεται από μια υπερβατική αρχή που καθιστά το υποκειμενικό βίωμα φορέα επαλήθευσης της. Με την προοδευτική εκστατική διάνοιξη και την υπέρβαση των εννοιακών αποκρυσταλλώσεων, είτε της εκλαϊκευμένης είτε της επιστημονικής συνείδησης, γίνεται ολοένα και πιο σαφές ότι η διευκρίνιση της οντολογικής αλήθειας είναι περισσότερο ζήτημα αυτοαναφορικού παλμού παρά παραπεμπτικής σύνταξης του λόγου. Κι όσο εντρυφεί κανείς σε αυτόν τον ζείδωρο παλμό, πάει πέραν της εξήγησης και δεν μπορεί να πει πολλά για να μεταδώσει την αυταπόδεικτη αλήθεια που βιώνει: ότι η ουσία του συνειδέναι είναι αθάνατη…

Επί αυτής της αυταπόδεικτης βιωματικής αλήθειας, που προικίζει μόνο όσους διαπερνούν τα γλωσσικά (6ος και 5ος ΨΚ) και τα κυτταρικά (4ος ΨΚ) παραπετάσματα της νόησης, είναι που τώρα μπορούμε κάπως καλύτερα να επικοινωνήσουμε τους δομικούς συντελεστές που στερεώνουν την αφηρημένη έννοια της παλιγγενεσίας εντός του θεωρητικού σχήματος των ψυχοκβαντών. Είναι απολύτως ευνόητο ότι ανά τον χρόνο αναδιατάσσονται τα προλεγόμενα μοτίβα της υποκειμενικότητας, τα οποία, πιο συγκεκριμένα, είναι ψυχοσυναισθηματικής, ψυχονοητικής και ψυχοσωματικής ιδιοσυστασίας. Στη ροή αυτής της αναδιάταξης αναφαίνονται συστάδες προοδευτικών ή εκφυλιστικών σχημάτων – σε αυτή τη γραμμή των ενσαρκωμένων αντιστοιχιών είναι που διακρίνεται στη διάρκεια του χρόνου η διενέργεια της υπερατομικής μετάπλασης ενός συγκεκριμένου υποκειμένου που αλλάζει σώματα, ταυτότητες, μορφές υπό την ενιαία συγκρότηση της βουλητικής του εκβολής ανά τους αιώνες. Είναι βέβαιο ότι η συνεκτική ακολουθία συγκεκριμένων ιδιότυπων μοτίβων έχει τη δική της μορφολογική νομοτέλεια, όπως ακριβώς συμβαίνει στη βιολογική φυσιογνωμία που μεταπλάθεται από τη σειρά των γενετήσιων αναπαραγωγών. Δεν υπάρχει τίποτε το παράξενο ή το μεταφυσικό σε αυτή την ψυχική διάρθρωση των διαδοχικών ενσαρκώσεων του ενός υποκειμένου – πρόκειται για μια φυσική μετάγγιση σχημάτων της εκάστοτε ψυχικής ιδιοσυστασίας, και των αλλαγών που αποτυπώνουν οι έμβιες επιτελέσεις δια της μόχλευσης του αυτοαναφορικού ενεργήματος. Όπως ειπώθηκε παραπάνω, το πρόβλημα της έμβιας φανέρωσης πρόσκειται πάντα στην πυκνότητα των μορφικών ιδιαιτεροτήτων, κατά τρόπο που να θεωρούνται συμπλεγματικά, ώστε να αποκρούουν ή να απορροφούν τη δυναμική ενεργειακής ισχύος του αυτοαναφορικού ενεργήματος. Στην περίπτωση που αυτό είναι ισχνό και καταβεβλημένο από την οκνηρία και την ασυναρτησία των γεγονότων, τα μορφώματα αυτά προοδευτικά πυκνώνουν και δυσχεραίνουν ακόμη περισσότερο το έργο της φανέρωσης. Απεναντίας, στην περίπτωση που καλλιεργείται η ουροβορική του εντρύφηση και ενισχύεται η φλόγα της παρουσίας, τα μορφώματα αυτά «λιώνουν» και το σύνολο αποτύπωμα της μορφικής ιδιοσυστασίας αναδιατάσσεται εντυπωσιακά, όπως θα συνέβαινε στα μοτίβα ενός γυαλιού εντός ενός πυρωμένου φούρνου. Για να επαναφέρουμε την ακριβή τεχνική ορολογία, εάν το σημείο αυτοθέασης μεταβεί σε βαθύτερους ψυχοκβάντες τότε η ψυχική ιδιοσυστασία αναπλάθεται όντως εντυπωσιακά, με αποτέλεσμα να γίνει ένα μεγάλο άλμα στην πνευματική επιτέλεση που μπορεί να χωρέσει σε μια ενσάρκωση.

Η εν λόγω ανάπλαση είναι το όλο ζήτημα που μας απασχολεί εδώ υπό διάφορες διόπτρες. Δεν κάνουμε λόγο για περιεχόμενα ιδεών ή ενορμήσεων αλλά για κάτι πιο αφηρημένο στοχαστικά, μα ωστόσο απολύτως συγκεκριμένο δομικά: ο λόγος περί της ανατομίας του υποκειμενικού γίγνεσθαι. Την ανατομία αυτή την περιγράψαμε όσο πιο λεπτομερώς γίνεται μέσα από το γεωμετρικό σύστημα θεώρησης των ψυχοκβαντών. Με τη διευθέτηση, λοιπόν, των γλωσσικών, ερμηνευτικών, στοχαστικών, ενορμησιακών και, εν τέλει, ενεργειακών μοτίβων διεμβολής επί της αυτοαναφορικής ευθύτητας σταδιακά εντυπώνεται στο κβαντικό πεδίο (ή, στον αιθερικό, για όσους προτιμούν μια πιο κλασική ορολογία) το ιστορικό γενεαλογικής μετάπλασης της εκάστοτε ψυχικής ιδιομορφίας – αυτό είναι που αποκαλούμε μετενσάρκωση της ψυχής.

Εκείνο που καθιστά την πραγματικότητα της εκάστοτε ιδιαιτερότητας ενός συγκεκριμένου ζώντος υποκειμένου είναι τούτα τα γνωρίσματα μορφολογικής ιδιοσυστασίας, όπως εξηγήθηκαν παραπάνω. Φυσικά αυτά καθιστούν ανεπανάληπτη την ένσαρκη παρουσία ενός συγκεκριμένου προσώπου, όπως ακριβώς ανεπανάληπτο είναι το μοτίβο ενός δαχτυλικού αποτυπώματος ανά τους αιώνες. Εντούτοις, η μορφολογική ιδιοσυστασία στη ροή της βιολογικής τους ανάκυψης βασίζεται στο «αλφάβητο» στοιχειωδών μορφημάτων που συστήνουν τη σταδιακή αναδιάταξη ενός συγκεκριμένου δυναμικού μοτίβου. Σε αυτή τη ροή σταδιακής αναδιάταξης –και η οποία, να μην ξεχνάμε, είναι αποτέλεσμα βουλητικού προσανατολισμού- είναι στοιχειοθετούνται οι ενδεχομενικές περιστάσεις που καθιστούν τη μοίρα ενός υποκειμένου, την κάθε φορά που επιστρέφει για να συνεχίσει τη μόχλευση.

Και γιατί θα έπρεπε να μας προκαλεί έκπληξη η υπόθεση ότι το ίδιο αυτό συγκεκριμένο υποκείμενο ανακύπτει ανά τους αιώνες στη σειρά της προοδευτικής του μετάπλασης (με τις όποιες ενυπάρχουσες οπισθοδρομήσεις); Εάν το οποιοδήποτε ιδιαίτερο υποκείμενο στον πυρήνα της απ-ουσίας του συνίσταται από το πρωτεϊκό πεδίο του Κενού (ή, για όσους προτιμούν πιο ουσιοκρατικά, ο ίδιος ο Θεός) τότε αυτό σημαίνει ότι, ούτως ή άλλως, όλα τα πιθανά υποκείμενα, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του χωροχρόνου, αποτελούν τη μεταλλαγή της φανέρωσης του ιδίου. Άρα, γιατί να ακούγεται παράλογο το ότι ένα συγκεκριμένο υποκείμενο ανακαλύπτει βιωματικά την καθολική αυτή ταυτότητά του με το οποιοδήποτε υποκείμενο δια μέσω της προοδευτικής διαλεύκανσης που διενεργεί η ακολουθία των διαδοχικών ενσαρκώσεών του; Εφόσον στο πρωτεϊκό βάθρο της συνειδητότητας αυτής καθεαυτής, το οποιαδήποτε υποκείμενο είναι ένα, απομένει να επαληθευτεί τούτη η καθολική αρχή από τα επιμέρους υποκείμενα μέσα από τη σειριακή τους συγκρότηση ανά τις προοδευτικές ενσαρκώσεις τους.    

 

 

Αστρέας
Νομάς των ιδεών και των τόπων, συνεχώς εν κινήσει στο ρυθμό του γίγνεσθαι, μεταλλασσόμενος προς το άρρητο και απεκδυόμενος τη μορφή εν γένει.
Συντονίσου

Comments are closed.