No comments yet

ΜΗΝ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΣ, ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ

Συντάκτης:

Φανταστείτε το παιχνίδι: Θα μπούμε στην εμπειρία της ζωής και θα ήμαστε ελεύθεροι να κάνουμε ό,τι θελήσουμε ανά πάσα στιγμή. Θα πρέπει να ακολουθήσουμε μόνο έναν κανόνα. Να ξεχάσουμε τη θεϊκή μας υπόσταση. Να υποκριθούμε πως δεν είμαστε Θεοί. Όποιος δεν υπακούσει αυτόν τον κανόνα, δεν παίζει πλέον. Προς χάριν του παιχνιδιού ας υποκριθούμε όλοι λοιπόν προς το παρόν.

Τι αντίκτυπο θα είχε αν γνωρίζαμε πέραν από κάθε αμφιβολία πως οτιδήποτε κι αν κάνουμε, δεν μπορούμε να βελτιωθούμε; Όση προσπάθεια και να καταβάλουμε δεν πρόκειται να εξελιχθούμε σε κανένα τομέα. Θα ήταν νομίζω αρκετά σοκαριστικό στην αρχή, αλλά ας φανταστούμε πόσο απελευθερωτικό θα ήταν αφού το χωνεύαμε. Αν μπορούσε κάποιος να μας το εγγυηθεί, η κάθε στιγμή μετά αλλάζει απόχρωση. Μόνο η στιγμή αξίζει. Όλες οι περιττές προβολές του νου θα σιωπούσαν. Κανένα άγχος για το μέλλον. Όλη η ύπαρξη εξάλλου βρίσκεται στη στιγμή και πουθενά αλλού. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν πρέπει να σχεδιάζουμε το μέλλον, αλλά αν δεν μπορούμε να ζήσουμε το παρόν δεν έχει κανένα νόημα να το κάνουμε. Το παρελθόν βασίζεται σε μια μυωπική και διόλου υποκειμενική αφήγηση, το μέλλον δεν θα έρθει ποτέ γιατί έρχεται μόνο ως παρόν, και μένει μόνο το παρόν στο οποίο δεν υπάρχουν λάθη. Αυτό που πρέπει, είναι. Παρόλα αυτά το παρόν είναι το τόσο εύκολο να χαθεί, σαν να προσπαθήσεις να πιάσεις τον αέρα στη χούφτα σου. Η δυσκολία έγκειται στη προσπάθειά μας να το ορίσουμε ως όμορφο, σκληρό, ενθουσιώδες, μαγικό, κλπ. Το ορίζουμε κι αυτό έχει φύγει και το μόνο που μένει είναι η ενθύμησή του.

Η φώτιση, η κόλαση και ο παράδεισος, το έγκλημα και η ηθική δεν είναι παρά προβολές του νου. Πώς γνωρίζουμε ποια είναι η ιδανική κατάσταση για εμάς; Πώς ξέρουμε ποια απόφαση, όσο προφανής και να είναι, θα μας ευνοήσει; Δεν ξέρουμε. Επειδή λοιπόν δεν ξέρουμε η «απόφαση» εν τη γενέσει καταρρίπτεται. Αυτό δεν αναιρεί πως σε συγκεκριμένες στιγμές πρέπει να αποφασίζουμε, αλλά τη βαρύτητα που έχει μια οποιαδήποτε απόφαση. Αν ψάξουμε ακόμα βαθύτερα ποιός είναι αυτός που αποφασίζει; Ποιος παίρνει την απόφαση αν επιλέξουμε το χ ή το ψ; Τι υπόσταση έχει; Ας υποθέσουμε λοιπόν πως αυτός είναι ο «εαυτός».

Τι είναι ο εαυτός ή ο Εαυτός; Πώς μπορεί να οριστεί; Είναι σαν να προσπαθήσεις να δαγκώσεις τα δόντια σου ή να γευτείς τη γλώσσα σου. Ας οριστεί ο εαυτός σαν ένας οργανισμός που ξέρουμε ελάχιστα γι΄ αυτόν. Πώς θα ορίσουμε κάποιες λειτουργίες του, όπως το αίμα που κυλάει στις φλέβες ή το πώς κλείνουν τα βλέφαρα των ματιών μας και τα δάχτυλα; Απλά δεν μπορούμε να τα ορίσουμε, οπότε ξεκάθαρα έχουμε έναν ανεπαρκή ορισμό εαυτού. Πού νοιώθουμε τον εαυτό; Στη καρδιά; Στο νου; Ο οργανισμός αυτός επηρεάζεται και επηρεάζει άμεσα το περιβάλλον, οπότε είναι οργανισμός-περιβάλλον, τίποτα λιγότερο από ό,τι και το σύμπαν. Αν πάρουμε αυτά ως δεδομένα αντιλαμβανόμαστε πως δεν υπάρχει «αυτογνωσία»,  γιατί για να υπάρξει πρέπει να υπάρξει και αυτός που γνωρίζει και αυτός που τον γνωρίζουν. Αν ο εαυτός μπορεί να γνωριστεί από ποιον συμβαίνει; Ο Εαυτός είναι αυτός που γνωρίζει κι όχι αυτός που γνωρίζεται.

Υπάρχουν μύστες οι οποίοι λένε πως ο όρος αυτογνωσία είναι αντιφατικός. Ο Εαυτός γνωρίζει, δεν γνωρίζεται. Όταν λοιπόν οι άνθρωποι μάς τιμούν ή μάς μισούν, δεν μισούν πραγματικά εμάς, αλλά την περιφέρειά μας.

Αν λοιπόν δεν υπάρχει εαυτός που πράττει λανθασμένα ή σωστά, ας πούμε πως το σύμπαν (το οποίο μάλλον δεν βρίσκεται έξω από εμάς) λειτουργεί μέσω αυτού του περιορισμένου σώματος και οργανισμού. Οι Κινέζοι το λένε Τάο. Ο τρόπος/δρόμος της φύσης. Είναι αυτό που δεν ορίζεται αλλά που τα εγκολπώνεται όλα. Η φύση δεν κάνει λάθη. Κανένα συναίσθημά μας λοιπόν δεν μπορεί να είναι λάθος. Πρέπει λοιπόν να αναρωτηθούμε. Μας αρέσει πράγματι ο έναστρος ουρανός, μας γοητεύει όντως το ηλιοβασίλεμα,  ή απλά οι ποιητές το έχουν τραγουδήσει και εμείς το επαναλαμβάνουμε;

Το πρωτογενές συναίσθημα που έχουμε απέναντι στους άλλους δεν είναι λάθος. Δεν είναι κακό να μισούμε κάποιον, μα κακό ίσως να είναι να ενεργήσουμε με γνώμονα το μίσος μας. Πόσα προβλήματα έχει δημιουργήσει η εσκεμμένη αγάπη και συμπάθεια; Όλοι μας έχουμε υπάρξει υποκριτές. Δεν είναι κακό να μην πιστεύουμε. Να έχουμε αμφιβολίες. Ο ίδιος ο Βούδας προέτρεπε τους μαθητές του να μην τον πιστεύουν  και να πειραματιστούν οι ίδιοι και πως η εμπειρία τους θα γίνει η πίστη. Δεν είναι κακό λοιπόν να έχουμε αμφιβολίες, πρέπει όμως να θυμόμαστε κάτι. Αμφιβάλλουμε γι΄ ένα γεγονός,  μα ακριβώς την ίδια στιγμή αυτόν που αμφιβάλει τον πιστεύουμε. Αφού λοιπόν έχουμε τις αμφιβολίες μας, για το αν υπάρχει Θεός ή όχι για παράδειγμα, θα ήταν ορθό να αμφιβάλουμε για αυτές τις αμφιβολίες, αλλιώς η αμφιβολία είναι μια ανώριμη προσέγγιση.

Συνοψίζοντας αντιλαμβανόμαστε πως η αντίληψη μας  για την ύπαρξη είναι περιορισμένη, οπότε το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να δείξουμε εμπιστοσύνη στη διαδικασία –  η σημαντικότερη  θρησκευτική πράξη. Η φύση προσέχει τον εαυτό της. Το οξύμωρο είναι πως όταν μανιωδώς θέλουμε τον έλεγχο ποτέ δεν τον έχουμε, και όποτε τον αφήνουμε τότε η δύναμη γυρίζει σε εμάς. Θεωρητικά λοιπόν δεν πρέπει να προσπαθούμε για κάτι. Όλα συμβαίνουν και το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να τα παρατηρούμε καθώς συμβαίνουν. Παρατήρηση ακόμα και στον οργανισμό σαν να είναι έξω από εμάς.

Οι ψυχολόγοι λένε πως ο εαυτός αλλάζει οπότε δεν μπορούμε να τον γνωρίσουμε όπως και να έχει. Αυτό είναι σωστό σε ένα επίπεδο αλλά οι ψυχολόγοι ξεχνάνε κάτι. Ποιός είναι αυτό αυτός που παρατηρεί τον εαυτό να αλλάζει; Η περιφέρεια φυσικά και αλλάζει μα ο παρατηρητής παραμένει ο ίδιος. Όπως γράφει η σούτρα στην Vigyan Bhairav Tantra » γίνε συνειδητός αυτού που ποτέ δεν αλλάζει μέσα σου» Και πράγματι υπάρχει κάτι που δεν αλλάζει. Αν όλα άλλαζαν δεν θα μπορούσαμε να κεντράρουμε και θα ήμασταν σε χάος διαρκώς. Η περιφέρεια αλλάζει κάθε στιγμή, και αυτό δημιουργεί προβλήματα στις σχέσεις των ανθρώπων. Περιμένουμε να παραμείνουν ίδιοι οι άνθρωποι μα αλλάζουν και γκρεμίζουν τις προσδοκίες μας.

Εν κατακλείδι, τα πάντα συμβαίνουν. Και συμβαίνουν τώρα.

Συντονίσου

Comments are closed.