No comments yet

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΥΤΟΑΝΑΦΟΡΙΚΟΥ ΕΝΕΡΓΗΜΑΤΟΣ

Συντάκτης:

Απόσπασμα από την πραγματεία Ψυχοκβάντες – Οδηγός Αυτοπραγμάτωσης του Μετα-Ουμανιστικού Υποκειμένου, που θα εκδοθεί προσεχώς

Θεωρείται πλέον αυτονόητο ότι πρακτική διαλογιστικής αυτοσυγκέντρωσης, έτσι όπως τη διασώζουν οι Ανατολικές τεχνοτροπίες, αποτελεί την πιο άμεση ατραπό αυτεπίγνωσης ή έστω τη ρουτίνα στην οποία ιδεατώς θα πρέπει να αποτείνονται όλες οι διευθυντικές ενέργειες αυτοπραγμάτωσης, ανεξαρτήτως προσέγγισης. Όταν ο διαλογισμός εφαρμόζεται ορθά, ως μια άσκηση του αυτοαναφορικού ενεργήματος αυτού καθεαυτού, αργά ή γρήγορα, η άσκησή του αποδεικνύεται ως η κύρια αρτηρία της οντολογικής αποκατάστασης του υποκειμένου. Και πώς θα μπορούσε να μην χρήζει βαρύνουσας διάκρισης, δεδομένου ότι η άμεση καλλιέργεια του αυτοαναφορικού ενεργήματος δια της επιτεινόμενης αναδίπλωσής του αποκαλύπτει ακριβώς αυτή την άδεια απολαβή με την οποία εξισώνεται η υπόσταση του υποκειμένου; Αναμφιλέκτως, ο διαλογισμός βρίσκεται στην κορυφή της πυραμίδας των πνευματικών μεθόδων, όχι απαραίτητα ως μια ξεχωριστή κατηγορία προσέγγισης αλλά ως η μια κοινή προσέγγιση που αρμόζει να διασφαλίζει τη συνέπεια όλων των τεχνοτροπιών ως προς το ζητούμενο της εσωτερικής αναζήτησης –οποιαδήποτε προσέγγιση δεν καταλήγει στην κενή απολαβή του πρωτογενούς ενεργήματος θα πρέπει να κρίνεται ύποπτη και σαφώς υποδεέστερης της κένωσης στην οποία αποβλέπει η ακέραια κατάρτιση της στο έπακρον αυτοσυγκέντρωσης.

Όμως σπάνια θα συναντήσει κανείς στην ακέραιη τροπή της την κατάρτιση αυτή. Δεν είναι εύκολο άλλωστε να αποδοθεί η, κατά τ’ άλλα, απλή αυτή πρακτική στην ουσιώδη και στοιχειώδη της κίνηση… επειδή ακριβώς οι περισσότεροι αμελούν να διακρίνουν ότι στην ουσία αυτού που αποκαλούμε «συνειδητότητα» έγκειται μια καταβολή που διαφέρει απολύτως από την έννοια μιας πάγιας κατάστασης. Το μόνο διακριτικό στο οποίο μπορεί να καταλήξει η αυτοαναφορική αναδίφηση της συνειδητότητας, καθώς κινείται ατελεύτητα στον άπειρο χώρο του μηδενός, δεν είναι παρά η ίδια αυτή η κίνηση της αναδίφησης. Κατά συνέπεια, η κοινή ορολογία χρησιμοποιεί με λάθος τρόπο τους περιγραφικούς της τόνους όταν εφιστά τη διαλογιστική προσοχή σε μια ύστατη κατάσταση, είτε του ενός είτε του μηδενός. Ίσως λόγω αδυναμίας στη φιλοσοφική διάκριση της λογικής, οι Ανατολικές πνευματικές παραδόσεις δεν κατάφεραν να καταστήσουν σαφές ότι η συνειδητότητα, στην ύστατή της φανέρωση, αποτελεί ακόμη και τότε –ιδίως τότε- τη διαλεκτική ανακίνηση μιας πρωτογενούς ετερότητας. Τουναντίον, έχει περάσει ότι ο νους πρωτογενώς είναι πάγιος, στατικός και μια απώτερη μονάδα ή μηδενικός (μικρή διαφορά, έχει γι’ αυτές τις παραδόσεις, το τι από τα δυο ισχύει). Σύμφωνα με την παραδοσιακή λογική των διαλογιστικών ασκήσεων, εκείνο που έχει σημασία είναι να παταχθεί ολωσδιόλου η δυαδικότητα, ως μια έχιδνα αποτρόπαια στην οποία ερείδονται όλα τα βάσανα της οντολογικής άγνοιας. Δίχως να διακυβεύεται η ορθότητα –ως προς τη διεύθυνση εκπλήρωσης- των πανάρχαιων αυτών προσεγγίσεων, θα πρέπει κάπου εδώ, όμως, να ειπωθεί ότι κάποια ορόσημα της Δυτικής Φιλοσοφίας έχουν τεκμηριώσει με πιστότερη διάκριση την ουσία του συνειδέναι. Στην ίδια γραμμή σκέψης που εγκαινίασε ο Παρμενίδης, είδαμε να αναδύονται διακειμενικές αναπαραγωγές της, των οποίων η μοίρα ήταν να απολήξουν στις πραγματείες του Hegel, εκεί όπου το πόνημα μελέτης φτάνει στον ύστατο συμπερασμό του τι είναι το υποκείμενο και, ειδικότερα, του τι ακριβώς εννοεί κανείς όταν ισχυρίζεται ότι διακρίνει αυτή καθεαυτή τη συνειδητότητα που το υποστασιοποιεί.

Σε μια γενική αποτίμηση της σύνολης εγελιανής πραγματείας περί των καταβολών της Λογικής, στρεφόμαστε προς την κατακλείδα ότι το γίγνεσθαι έχει ως σημείο αφετηρίας την αναπόδραστη και ανεπανόρθωτη αυτοαναφορική πλαισίωση του απειροστού κενού στην περατότητα της μονάδας που το εμπεριέχει. Από αυτό το πρωτογενές αυτοαναφορικό ενέργημα της ίδιας της ιδεατής Λογικής, που συνιστά την εξ ορισμού αυτοφυή εκβολή του Είναι, είναι που εν συνεχεία αναπαράγονται σύμπασες οι διαφοροποιήσεις, αφενός, ως υποδιαίρεση της μονάδας και, αφετέρου, ως πολλαπλασιασμός της. Ουσιωδώς, δεν υπάρχει τίποτε πέρα από το εν λόγω ενέργημα πρωτογενούς διαφοροποίησης με το οποίο προκύπτει η περατή μοναδοποίηση του απροσδιορίστως απειροστού κενού (ή, πιο συνοπτικά, του μηδενός). Εάν κάτι συνιστά την οντική ουσία του γίγνεσθαι αυτή είναι αποκλειστικά και μόνο τούτη η πρωτογενής οριοθέτηση με την οποία συνάγουμε την αναδρομική σύλληψη του Είναι εντός της αυτοαναφορικής του πλαισίωσης (δηλαδή, η αναπαράσταση του μηδενός ή του απείρου ως ένα). Επομένως, όσον αφορά την υπόσταση του υποκειμένου ολόκληρη η έμφαση θα πρέπει να δοθεί στην αυτοαναφορική ανακίνηση, αυτή την ίδια από την οποία προκύπτουν και οι καταβολές της Λογικής, παρά σε ένα στατικό υπόστρωμα που στην αμοιβαίως εναλλάξιμη τροπή του φαντάζει είτε ως το μηδέν είτε ως η μονάδα. Όταν ο πυθμένας της υποκειμενικότητας διακρίνεται στη στατική του κατάσταση ως η ιδεατή μονάδα ή το μηδέν, το ενέργημα αυτεπίγνωσης που διαμεσολαβεί μεταξύ του Είναι και του Όντος μέσω της πλαισίωσης του πρώτου από το τελευταίο, αστοχεί να αναδιπλωθεί επαρκώς. Το να καταλήξει σε μια «ύστατη ενατένιση» που εξεικονίζει απλώς το μηδέν ή τη μονάδα ως πηγή της υποκειμενικότητας δείχνει ότι η αυτοαναφορικότητα δεν έχει ευθυγραμμιστεί στην αναφορά του ίδιου αυτού ενεργήματος με το οποίο αρμόζει να αναδιπλωθεί. Η οποιαδήποτε αυτοαναφορικότητα ανακύπτει είτε με κάποιο περιεχόμενο (το υποκείμενο ως παρουσία) είτε με την απουσία περιεχομένου (το υποκείμενο ως απών) και παραμένει στην αναποφασιστικότητα αυτών των δυο τροπών, δίχως να τις υποσκελίζει ως απλά παράγωγα του διαζευκτικού και συνάμα συζευκτικού της ενεργήματος, θα πρέπει να θεωρηθεί διαλογιστικά ανώριμη. Με άλλα λόγια, στις διαδοχικές διακρίσεις του λεπτοφυούς συμβάντος που καθιστά τη συνειδητότητα υπαρκτή, η διαλογιστική συγκέντρωση αρμόζει να στοχοθετεί δυναμικά την τείνουσα ευθυγράμμιση με την ίδια της την αυτοαναφορική ανακίνηση παρά την απουσία ή παρουσία περιεχομένων· να είναι δηλαδή αμιγώς αυτοαναφορική ως προς την τροπή της αναδίπλωσής της, καθιστώντας ως μοναδικό ζητούμενο την επαγρύπνηση του ενεργήματος στο να μένει συντονισμένο με την ίδια του την ορμέμφυτη δυναμική, αντί να αναζητάει τον εαυτό, με αποκλειστικούς όρους, είτε στο κενό, που προηγείται του ενεργήματος, είτε στην περατή του υποστασιοποίηση, που έπεται αυτού.

Η ορθή διαλογιστική κατάρτιση αρμόζει να είναι επακριβώς διευθετημένη στην άσκηση διάκρισης της αυτοαναφορικής αναδίπλωσης, αυτής καθεαυτής. Με μια τέτοια πρόταση είναι που ξεκινάει μια άλλου είδους προσέγγιση στην εσωτερικότητα, η οποία προκρίνει τη ρευστή δυναμική έναντι μιας πάγιας κατάστασης, κλίση η οποία φέρει από πίσω της και κάποιες ενδιαφέρουσες τροποποιήσεις στην ημερήσια διάταξη της πνευματικής ζωής, που ταιριάζουν καλύτερα στις ιδιαιτερότητες της σύγχρονης εποχής. Το κεντράρισμα των ψυχοκβαντών αναπαριστά τη δυνητική βελτίωση στην αυτοαναφορική ενίσχυση της αναδιπλούμενης ορμής με την οποία το υποκείμενο πλαισιώνει την υπόστασή του ως μια, ουσιωδώς, κενή απολαβή. Εάν θέλουμε, λοιπόν, να τροφοδοτήσουμε αυτή τη δυναμική θα πρέπει να θέσουμε ως στόχευση της εστίασης το ίδιο το ενέργημα της πλαισίωσης, ως τη διαίρεση του απείρου από την οποία προκύπτει αυθαιρέτως η μοναδοποίησή του, η σύγκλιση και ταυτόχρονα απόκλιση της αυτοαναφορικής πλαισίωσης από την πηγή του Είναι. Εξ ου, το μέτωπό της διαλογιστικής συγκέντρωσης πρέπει να έχει ως γνώμονα προόδου την ολοένα και επακριβέστερη διάκρισή της ενέργειας ταυτοποίησης του απειροστού όντος με την περατή του υποστασιοποίηση· να μην έχει τόση σημασία η ενατένιση στην ουσία που αναπαρίσταται κατά την αυτοαναφορικής μεταλλαγής της από το άπειρο στη μονάδα (εξάλλου, όπως γνωρίζουμε από την μοναδιαία απαρίθμηση του απείρου και τις άπειρες υποδιαιρέσεις της μονάδας, η διαφορά μεταξύ απείρου και μονάδας είναι φαινομενική και μόνον). Το ενδιαφέρον της αυτοπαρατήρησης πρέπει να είναι ζωηρό αποκλειστικά στην ζείδωρη ανακίνηση με την οποία το Είναι και το Ον παρουσιάζονται στις αμφότερές τους θέσεις, ως απροσδιόριστο κενό και ως η προσδιορισμένη υποστασιοποίηση του –ούτε απών, ούτε παρών, το υποκείμενο, αλλά στο μεταίχμιο των δυο καταστάσεων που προκύπτουν ως συνέπεια της αληθινής ρίζας του Είναι, της άρρητης απαρχής που θέτει ο πρωτογενής ανιμισμός του αυτοαναφορικού ενεργήματος.

Εδώ βεβαίως μιλάμε για την διακύμανση του κενού με την οποία αναφαίνεται η φαντασιακή αποκρυστάλλωση της μοναδιαίας πολλότητας. Εάν, όπως τεκμηριώνει η ιδεαλιστική φιλοσοφία, η μονάδα για να υπάρξει ως η περατή μονάδα που είναι αυθαιρέτως εγκλείει τις απεριόριστες εν δυνάμει υποδιαιρέσεις της, τότε η ουσία της δε διαφέρει σημαντικά από το ριζοσπαστικά διαφορετικό της υπόστρωμα που είναι το απειροστό μάγμα του κενού· η μόνη διαφορά έγκειται ακριβώς σε αυτό το ενέργημα αυθαίρετης περατής πλαισίωσης που εξεικονίζει πλασματικά το σημαίνον του Είναι ως μια υπόσταση. Άρα, όλος ο ντόρος της διαλογιστικής συγκέντρωσης πρέπει να τίθεται στην εμφατική αναγνώριση της αρχέγονης αυτής ριζικής μετάπτωσης, το συστατικό νόμισμα του γίγνεσθαι που πρωτίστως διαχωρίζει το Ίδιο από τον αυτοαναφορικό του Έτερο με έναν διαχωρισμό που συνάμα τα ενώνει. Κατόπιν αυτής της διάκρισης είναι που η ενατένιση ανευρίσκει ένα πράγματι ζωηρό ενδιαφέρον στην καρδιά του Είναι, καθότι το τελευταίο ακριβώς είναι επειδή η κενότητά του αποτελεί τη μοναδική πρώτη ύλη της υποκειμενικής υπόστασης που εκβάλλει δια του αυτοαναφορικού ενεργήματος. Το μηδέν και η μονάδα έχουν ελάσσονα σημασία εν συγκρίσει της μυστήριας αυτής αυθαίρετης κίνησης που μετατρέπει το τίποτε σε κάτι. Όλη η πεμπτουσία του γίγνεσθαι και ιδίως του συνειδέναι βρίσκεται σε αυτή την αυθαίρετη ιδεατή τροπή που, από τη μία της πλευρά, εκθέτει το υπόστρωμα της ανυπαρξίας και, από την άλλη, την πλαισίωση του ως ύπαρξη. Κι επειδή ακριβώς, δοθείσης της απόλυτης αμφοτέρωθεν παραγωγικότητάς της, η ζωηρή κίνηση της πλαισίωσης είναι η μόνη συνθήκη που κινεί τη διερευνητική μας προσοχή, μέλημα της διαλογιστικής επικέντρωσης αρμόζει να είναι η εντέλεια της αφύπνισης στο φαντασιακό ενέργημα που καθιστά την αυτοαναφορικότητα, εν γένει.

Πρόκειται για την ίδια διαλεκτική που συνάγουμε με ύστατες οντολογικές ή μεταφυσικές εξηγήσεις όταν αποζητούμε τα τις απώτερες οριακές καταβολές της Λογικής. Το πεπερασμένο είναι το ριζικώς άλλο του απείρου, εάν το τελευταίο εξαλείφει κάθε μορφική οριοθέτηση καθώς αναδύεται στην παράδοξη τετελεσμένη του φύση εντός της εκάστοτε πεπερασμένης πλαισίωσης –πώς είναι δυνατόν το άπειρο να ενυπάρχει σε μια περατή πλαισίωση; Το πεπερασμένο δεν μπορεί να υπάρχει στην ίδια παράλληλο πραγματικότητας με το άπειρο εφόσον η μεταξύ τους σύμπτυξη συνιστά την αδυνατότητα ύπαρξης οποιασδήποτε ποσοτικοποίησης και, ακόμη πιο συστατικά, οποιασδήποτε, ευθύς εξαρχής, μοναδοποίησης. Ωστόσο, προφανώς το πεπερασμένο υπάρχει με συστατικό έρεισμα την ίδια την μονάδα, της οποίας σύσταση, όμως, όπως είδαμε, αποτελεί η ιλιγγιώδης καθαίρεση της από το διανοιγόμενο άπειρο που απαριθμεί η υποδιαίρεσή της. Εν κατακλείδι, η μονάδα είναι οντολογικώς ανυπόστατη καθώς αυτή συνίσταται αποκλειστικά και μόνο στην φαινομενική αποκρυστάλλωση μιας αυθαίρετης, ιδεατής υποστασιοποίησης, που δεν είναι ποτέ ακριβώς τέτοια παρά μόνο εν δυνάμει και διηνεκώς προσωρινή –έτσι εξηγείται γιατί ανά πάσα στιγμή μπορεί η μονάδα να αναιρεθεί ως απλώς το σημαίνον του ενός απείρου…

duality is only a mental concept

Στην αμοιβαία ασυμβατότητα μεταξύ απείρου και πεπερασμένου βλέπουμε όντως τα συμβάντα της πραγματικότητας ως απλές διακυμάνσεις του τίποτε, ως η τύρβη του ιδεατού που με ολογραφικό τρόπο περικλείει σε όλες τις μορφές του την αυτοαναιρούμενη τροπή τους, στην καρδιά του Είναι που εκμαιεύεται ως ο εξωλογικός αφανισμός των προσδιορισμών από το άβατο του φύσει ακέραιου απείρου. Όπως ακριβώς η μονάδα εκμηδενίζεται από την τροπή υποδιαίρεσης της επ’ άπειρον αυτοαναφορικής της επανάληψης, έτσι και το υποκείμενο, στην ενισχυμένη στόχευση της αυτοαναφορικής του αναδίπλωσης, ανακαλύπτει την απουσία του. Αλλά ο διαλογισμός, επαναλαμβάνουμε, δε θα πρέπει να εστιάζει ούτε στην απουσία, ούτε στην παρουσία του υποκειμένου. Μέλημα του διαλογιστή θα πρέπει να είναι η διαμεσολάβηση μεταξύ απουσίας και παρουσίας, το αυτοαναφορικό ενέργημα καθώς υποσκελίζει την υποστασιοποίηση (τροπή προς τη μονάδα) και την αναίρεση (τροπή προς το μηδέν) ως τις δυο πτυχές της κυματικής καμπής του –το άπειρο και η μονάδα, η ανυπαρξία και η ύπαρξη είναι απλώς και μόνον οι δυο φαινομενικές αντεγκλήσεις του ενός και μόνο αυθύπαρκτου, αυταπόδεικτου και σπλαχνικού ενεργήματος, στο οποίο όχι απλώς έχουμε πρόσβαση αλλά αποτελεί ολοκληρωτικά το προφανές εχέγγυο του ανεξάρτητου θελήματός μας. Αρχικά, η πρόσβαση αυτή είναι ζήτημα παρακίνησης για περισσότερη εσωτερίκευση, μέσα από ποικίλες τεχνοτροπίες που διατίθενται πλέον σα μια πλημμυρίδα από το πληροφοριακό μας περιβάλλον. Εντεύθεν, η κατάρτιση της ορθής διαλογιστικής συγκέντρωσης θα πρέπει να θέσει ως δείκτη αυτοπραγμάτωσης την πιστή αυτοαναφορική διάκριση, και άρα ενίσχυση, του ταυτόσημου αυτοαναφορικού ενεργήματος, εξαίροντας το στοιχείο της ρευστής δυναμικής ως την ύστατη πηγαία ενόρμηση, της οποίας οι καταβολές βρίσκονται στο ίδιο το πρωτογενές ερέθισμα της ιδεατής Λογικής και της συνακόλουθης ένυλης Κοσμογονίας.

Εάν χρειαστεί θα πρέπει να τσούξει η βέργα της επισήμανσης τον σύγχρονο διαλογιστή. Εκείνο που είναι πραγματικά παραγωγικό στην αναδιπλούμενη εντρύφησή του δεν είναι η ηρεμία, η γαλήνη, η αποτοξίνωση του πνεύματος ή η διεύρυνση της συνειδητότητας, πόσω μάλλον ο κομπασμός του σύγχρονου τουρίστα των εσωτερικών κλάδων –όλα αυτά αποτελούν απλώς παρώρειες θεμιτές ή αθέμιτες συνέπειες. Τα ακρώρεια της εντρύφησης αυτής θα πρέπει να συνίστανται στη δυνητικώς βέλτιστη διάκριση του αυτοαναφορικού ενεργήματος αυτού καθεαυτού και άρα του θελήματος για επανάληψη εκμηδένισης και υποστασιοποίησης του Είναι, ταυτοχρόνως. Η υπέρταση σημασία έγκειται στη ριπή της ανακίνησης που διαζευγνύει και συζευγνύει· η ενστικτώδης τροπή αναστροφής προς τα μέσα, ως το πυρακτωμένο υπέδαφος της λιβιδινικής ενόρμησης που επιτέλους, απελευθερωμένη από αντικειμενικές επενδύσεις, ανθοβολεί στην ύστατη ψυχονοητική επένδυση προς ολοταχώς στις λεπτοφυείς χειρονομίες της άδειας απολαβής, ολοένα και ευθύτερα η κλωστή στο μάτι της βελόνας. Ανεπανόρθωτη, λοιπόν, η ετερότητα, η απόσταση, το ρήγμα που καθιστά την ανατομία του υποκειμένου· εντούτοις, όλοι οι δρόμοι οδηγούν στην ταχυδακτυλουργική μαεστρία που εναρμονίζει την ετερότητα κάτω από τον υπερβατικό ζυγό του ενεργήματος που την καθιστά ως τέτοια.

Εφόσον η οντολογική διερεύνηση –έστω και με τις όποιες διαφοροποιήσεις στη διατύπωσή της, σε Δύση και Ανατολή- φαίνεται να εξιχνιάζει κατ’ επανάληψη το νόμο της φύσει ανεξιχνίαστης αυθαιρεσίας, με την οποία το συγκεκριμένο περατό Ον αντιπαραβάλλεται του απροσδιόριστου απειροστού Είναι, θα ήταν περισσότερο αντιπροσωπευτικό της ουσίας της νοημοσύνης, το να καταστήσει ως σήμαντρο της διανοιγόμενης αυθυπερβατικής ατραπούς το κυνήγημα τούτης της αυθαιρεσίας, από τα πρώτα ανώριμα ερεθίσματα της αυτοπαρατήρησης μέχρι τις βαθύτατες εκλάμψεις αυτεπίγνωσης που από το βάθος της υποκειμενικότητας εκμαιεύει τις κοσμογονικές αρχές της ίδιας της ιδεατής Λογικής. Μιλώντας πιο περιεκτικά, ο διαλογιστής έχει ευθύς εξαρχής στη διάθεσή του έναν ανυπολόγιστο θησαυρό, τον οποίο, ακόμη κι όταν είναι συνεπής στη ρουτίνα του, συνήθως αμελεί να αναγνωρίσει, σε βάρος της αυθεντικής περιήγησης που δύναται να συμβεί. Το μόνο που έχει συγκεκριμένη πρακτική σημασία –δεν είναι μήτε το κενό μήτε η αποτελούμενη υπόσταση- είναι το αυτοαναφορικό ενέργημα ακριβώς τη στιγμή που ασκείται ως μεσολάβηση και, σε μια κρίσιμη αναδίπλωση περαιτέρω, ιδίως όταν αυτό ασκείται στις άπειρες διαβαθμίσεις του φάσματος της, επιτέλους, ενσυνείδητης βούλησής του ακριβώς στον ορθό στόχο…

Αστρέας
Νομάς των ιδεών και των τόπων, συνεχώς εν κινήσει στο ρυθμό του γίγνεσθαι, μεταλλασσόμενος προς το άρρητο και απεκδυόμενος τη μορφή εν γένει.
Συντονίσου

Comments are closed.