No comments yet

Η ΨΥΧΕΔΕΛΙΚΗ ΑΠΟΔΟΜΗΣΗ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΩΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Συντάκτης:

του Philip Gerrans, Καθηγητής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αδελαϊδας

Οι ψυχεδελικές ουσίες κάνουν μια δυναμική ανάκαμψη στους ψυχιατρικούς κύκλους. Μετά από μια προσωρινή ηρεμία μισού αιώνα, οι ερευνητές εξετάζουν ξανά τα θεραπευτικά οφέλη της ψιλοκυβίνης («μαγικά μανιτάρια») και του LSD. Φαίνεται ότι κάτι γνώριζαν οι χίπις. Υπάρχει μια πληθώρα αποδείξεων ότι οι ψυχεδελικές εμπειρίες μπορεί να αποβούν αυθεντικώς μεταμορφωτικές, ιδίως σε ανθρώπους που υποφέρουν από οξύ άγχος, κατάθλιψη και εθισμούς. «Είναι απλώς πρωτοφανές στην ψυχιατρική το ότι μια μοναδική δόση ενός φαρμάκου παράγει αυτού του είδους τα δραματικά και ανθεκτικά στο χρόνο αποτελέσματα», λέει ο Stephen Ross, ο κλινικός διευθυντής του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης στο Scientific American το 2016.

Αλλά τι είναι αυτό που ακριβώς κάνουν αυτές οι ουσίες; Τα ψυχεδελικά αξιοπίστως προκαλούν μια μεταβαλλόμενη κατάσταση συνειδητότητας γνωστή ως «κατάλυση του Εγώ». Ο όρος επινοήθηκε, πολύ πριν τα εργαλεία της σύγχρονης νευροεπιστήμης γίνουν διαθέσιμα, ώστε να περιγραφτούν αισθήσεις αυθυπέρβασης: ένα συναίσθημα στο οποίο ο νους έρχεται σε επαφή πιο άμεσα και εντόνως με τον κόσμο, παράγοντας μια βαθύτατη αίσθηση σύνδεσης και απειροσύνης.

Πώς βοηθάνε όλα αυτά αυτούς με χρόνιες ψυχιατρικές παθήσεις; Η αλήθεια είναι ότι κανένας δεν ξέρει πως λειτουργεί ακριβώς η ψυχοδηλωτική θεραπεία. Κάποιοι δείχνουν στην έλλειψη γνώσεων περί του εγκεφάλου, αλλά αυτό είναι το ήμισυ της αλήθειας. Γνωρίζουμε αρκετά πράγματα, εδώ που τα λέμε, για τη νευροχημεία των ψυχοδηλωτικών. Αυτές οι ουσίες δεσμεύουν ένα συγκεκριμένο τύπο υποδοχέα σεροτονίνης στον εγκέφαλο (τον υποδοχέα 5-ΗΤ2Α), ο οποίος επισπεύδει σε έναν περίπλοκο καταρράκτη ηλεκτροχημικών σηματοδοτήσεων. Εκείνο το οποίο πραγματικά δεν κατανοούμε, όμως, είναι η πιο σύνθετη σχέση ανάμεσα στον εγκέφαλο, τον εαυτό και τον κόσμο του. Από πού έρχεται η υποκειμενική εμπειρία του ατόμου, και πώς σχετίζεται με την κτηνώδη ύλη από την οποία είμαστε φτιαγμένοι;

Εδώ είναι που ερχόμαστε αντιμέτωποι με το τελευταίο οχυρό, μεταφυσικώς και ιατρικώς. Κάποιοι νομίζουν ότι ο εαυτός είναι μια αληθινή οντότητα ή φαινόμενο, κατεργαζόμενο δια των νευρωνικών διαδικασιών, των οποίων η φύση σταδιακά αποκαλύπτεται σε εμάς. Άλλοι λένε ότι η γνωσιακή επιστήμη επαληθεύει τα επιχειρήματα φιλοσόφων από Ανατολή και Δύση περί της ανυπαρξίας του εαυτού. Τα καλά νέα είναι ότι τα μυστήρια της ψυχεδελικής θεραπείας μπορεί να αποτελέσουν την κρυφή ευκαιρία που εν τέλει θα αποκαλύψει την αντιπαράθεση.

Η φύση του εαυτού έχει τεθεί υπό θεωρητικές διαμάχες από τότε που έχουμε την ικανότητα να αναστοχαζόμαστε επί της ύπαρξής μας. Πρόσφατες νευροεπιστημονικές θεωρήσεις της εαυτότητας έχουν εμφανώς τις καταβολές τους σε σεβαστές φιλοσοφικές θέσεις. Για παράδειγμα, ο Rene Descartes ισχυρίστηκε ότι ο εαυτός είναι μια άυλη ψυχή της οποίας τις περιπέτειες συναντάμε ως σκέψεις και αισθήσεις. Νόμιζε ότι η ύπαρξη αυτού του διαρκούς εαυτού ήταν η μόνη βεβαιότητα που παραδίδεται από την (κατά τ’ άλλα, ανέμπιστη) εμπειρία μας.

Λίγοι νευροεπιστήμονες ακόμη πιστεύουν στην άυλη ψυχή. Ωστόσο πολλοί ακολουθούν τον Καρτέσιο στον ισχυρισμό του ότι η συνειδητή εμπειρία ενέχει την αντίληψη ενός «σκεπτόμενου πράγματος»: του εαυτού. Υπάρχει μια προκύπτουσα κοινοτοπία ότι μια τέτοια αυτό-αντίληψη είναι μια μορφή σωματικής αντίληψης, παραγόμενη (τουλάχιστον εν μέρει) από την ικανότητά μας να ελέγχουμε και να εντοπίζουμε αυτόνομες και σπλαχνικές διαδικασίες. Για παράδειγμα, η αίσθηση ενός αυξανόμενου καρδιακού παλμού μπορεί να προσφέρει πληροφορίες στον ενσωματωμένο οργανισμό για το ότι βρίσκεται σε μια επικίνδυνη ή δύσκολη κατάσταση.

Ο David Hume διαφώνησε με τον Καρτέσιο. Όταν ασχολήθηκε βαθιά με την υποκειμενικότητά του, δήλωσε ότι δε βρήκε κάποιον εαυτό, αλλά μόνο ένα ρεύμα βιωμάτων. Λανθασμένα αποδίδουμε την ύπαρξη μιας υποκείμενης οντότητας από αυτή την ροή βιωματικών στιγμών, είπε ο Hume. Η μοντέρνα έκδοση αυτής της θέασης είναι ότι έχουμε αντιληπτικές, γνωσιακές, αισθητηριακές και, ναι, σωματικές εμπειρίες – αλλά αυτό είναι όλο. Υπάρχει ένας σχεδόν ακαταμάχητος πειρασμός να αποδίδουμε όλα αυτά σε κάποιον υποκείμενο εαυτό. Αλλά αυτή η ουσιοκρατική ερμηνεία είναι ένα Καρτεσιανό λάθος, σύμφωνα με τον Hume.

Κάποιοι σύγχρονοι φιλόσοφοι, όποως ο Thomas Metzinger, έχουν προσυπογράψει εκδοχές αυτής της θέασης του «μη-εαυτού». Δείχνουν συνδέσεις με μη-Δυτικές παραδόσεις, όπως η έννοια του άναττα ή του μη-εαυτού του Θεραβάδα Βουδισμού. Αφηγηματικοί θεωρητικοί του εαυτού υιοθετούν μια παρόμοια ερμηνεία. Ισχυρίζονται ότι το λάθος έγκειται στο να σκεφτόμαστε ότι επειδή χρησιμοποιούμε το «εγώ» ώστε να πούμε μια ιστορία περί μιας εμπειρίας, νομίζουμε ότι πρέπει να υπάρχει κι ένα αληθινό «εγώ», διακριτό από και υποκείμενο της αφήγησης που χρησιμοποιούμε για να ερμηνεύσουμε και να επικοινωνήσουμε τη ροή της εμπειρίας.

Σήμερα υπάρχουν νευρο-Βουδιστές, νευρο-Καρτεσιανοί, και νευρο-Ουμιστές (Hume) σε όλον τον κόσμο, που γεμίζουν τις οθόνες του PowerPoint με εικόνες σαρωτών του νευρικού συστήματος υποτίθεται συγγενικές προς τη θεωρία τους. Ανώμαλες γνωσιακές καταστάσεις, παθολογικού τύπου ή άλλες, υπηρετούν ως μια κρίσιμη πηγή στοιχείων σε αυτές τις αντιπαραθέσεις, επειδή προσφέρουν την ευκαιρία να δούμε τον εαυτό όταν δε λειτουργεί «καταλλήλως». Τα δεδομένα πλημμυρίζουν αλλά η κοινή γνώμη παραμένει ασαφής. Ωστόσο, η αναδυόμενη νευροεπιστήμη των ψυχεδελικών ίσως μας βοηθήσει να λύσουμε αυτό το αδιέξοδο. Για πρώτη φορά, οι επιστήμονες βρίσκονται σε θέση να παρακολουθήσουν την αίσθηση του εαυτού να αποδομείται και να αναδομείται – αξιόπιστα, επαναλαμβανόμενα και με ασφάλεια, στον σαρωτή νευροαπεικόνισης.

Προτού μπορέσουμε να εξηγήσουμε επαρκώς τις επιπτώσεις αυτής της έρευνας, χρειαζόμαστε να εισάγουμε δυο σημαντικές ιδέες από την γνωσιακή νευροεπιστήμη. Η πρώτη είναι η ιδέα του γνωσιακού δεσμού. Εδώ αναφερόμαστε στην ενοποίηση των αναπαραστατικών μερών σε αναπαραστατικά σύνολα του εγκεφάλου. Αν στέκεσαι στη μέση του δρόμου μπροστά σε ένα λεωφορείο που έρχεται κατά πάνω σου, το χρώμα, το σχήμα και η θέση του λεωφορείου, όλα εγγράφονται σε διαφορετικά μέρη του οπτικού φλοιού του εγκεφάλου. Για το καλό σου, ο εγκέφαλός σου χρειάζεται να «δέσει» τα σωστά μέρη σε σωστά σύνολα – και όχι, φέρ’ ειπείν, να συνδυάσει το σχήμα και τη θέση του λεωφορείου με την ταχύτητα ενός ποδηλάτη στο πεζοδρόμιο. Ευτυχώς, τις περισσότερες φορές οι εγκέφαλοί μας καταφέρνουν να κάνουν τους σωστούς συνδυασμούς (αν και οι πειραματικές έρευνες και οι παθολογίες δείχνουν ότι μπορεί να κάνουν και λανθασμένους). Αλλά το ερώτημα του πως το κάνουν αυτό – το λεγόμενο «πρόβλημα του συνδυασμου» – παραμένει δυσεπίλυτο.

Μια πιθανή λύση έρχεται από τη θεωρία προγνωστικής επεξεργασίας της αντίληψης, το δεύτερο σύνολο αρχών που χρειάζεται να εισάγουμε. Οι λεπτομέρειες του πλαισίου ακόμη βρίσκονται υπό οξεία αντιπαράθεση, ιδίως μεταξύ των υποστηρικτών του. Ωστόσο, σε γενικές γραμμές, θεάται τον εγκέφαλο ως μια μηχανή προγνώσεων που αναπαριστά την αιτιώδη δομή του κόσμου ώστε να αναμένει μελλοντικές καταχωρήσεις. Οποιαδήποτε ασυνέπεια ανάμεσα σε μια προσδοκία και μια καταχώρηση παίρνει τη μορφή ενός λανθασμένου σήματος που απαιτεί μια ανταπόκριση από τον οργανισμό – είτε δια της ενημέρωσης του εσωτερικού μοντέλου αναπαράστασης είτε δρώντας για να μειώσει την απρόβλεπτη καταχώρηση. Ας σκεφτούμε ότι μαθαίνουμε ένα όργανο ή το να παρκάρουμε ένα αυτοκίνητο σε μια στενή θέση: κάθε κίνηση απαιτεί μια περίπλοκη ακολουθία προσαρμόσεων καθώς ο εγκέφαλος εγγράφει ασυνέπειες ανάμεσα στο προβλεπόμενο και το πραγματικό αποτέλεσμα των οδηγιών του. Αν μπορείς να δεις ότι έχεις μπει σε ένα χώρο παρκαρίσματος με πιο οξεία γωνία απ’ ότι έπρεπε, μπορεί να συνειδητοποιήσεις ότι το τιμόνι είναι πιο ευαίσθητο απ’ όσο νόμιζες, κι έτσι θα γυρίσεις το τιμόνι λιγότερο την επόμενη φορά. Οι άνθρωποι φτιάχνουν τέτοια ακριβή προγνωστικά μοντέλα του κόσμου τους ώστε να ελαχιστοποιούνται τα λανθασμένα σήματα, μέχρις ότου σχεδόν να εξαλειφθούν.

Η έννοια ενός «μοντέλου» προσφέρει μεγάλη εξηγητική υπηρεσία στην προγνωστική κωδικοποίηση. Με τα «μοντέλα», οι γνωσιακοί επιστήμονες εννοούν νοητικές αναπαραστάσεις που οργανώνουν πληροφορίες και επιτρέπουν τον εγκέφαλο να αποσπάσει σήματα από τη βαβούρα. Ένα κλασικό παράδειγμα είναι ο τρόπος με τον οποίο ακούμε την ομιλία ή τη μουσική. Το σήμα που φτάνει στα αυτιά μας είναι συνήθως συγκεχυμένος και ατελής· ένας μηχανικός ήχου κοιτώντας στην οθόνη του υπολογιστή τα ακουστικά δεδομένα που χτυπούν τα τύμπανα των αυτιών θα έβλεπε ένα χάλι που χρειάζεται μήνες επεξεργασίας σήματος για να αποκωδικοποιηθεί. Παραταύτα, ο εγκέφαλός μας μπορεί να χρησιμοποιήσει την προηγούμενή του γνώση του για να παραγάγει συνεκτικές αναπαραστάσεις λέξεων, προτάσεων και μελωδιών. Μπορούμε να ακούσουμε τους φίλους μας μέσα σε ένα πολυπληθές δωμάτιο επειδή είμαστε ικανοί να φιλτράρουμε και να καθαρίσουμε το σήμα – επειδή έχουμε ένα λεξικό εξηγήσεων έτοιμο να προσμένει τη ροή δεδομένων με την οποία είμαστε αντιμέτωποι. Εκείνο που τελικά βιώνουμε, τότε, είναι το μοντέλο που μάθαμε να «κουμπώνει» καλύτερα με τις πληροφορίες που έχουμε διαθέσιμες, οι οποίες προβλέπουν καλύτερα και καταθέτουν για τις αντιλήψεις μας προτού συμβούν.

Μια εντυπωσιακή συνέπεια της προγνωστικής κωδικοποίησης είναι ότι η αντίληψη γίνεται κάτι περισσότερο από ένα είδος ελεγχόμενης παραίσθησης. Δε βιώνουμε τον εξωτερικό κόσμο άμεσα, αλλά μέσω τις καλύτερες εικασίες του νου μας για το τι συμβαίνει εκεί έξω. Τι σημαίνει αυτό για τις αρχαίες φιλοσοφικές αντιπαραθέσεις περί της αντικειμενικής πραγματικότητας – μπορεί καν να σταθεί μια τέτοια ιδέα; Τα ζητήματα εδώ είναι βαθιά και περίπλοκα, αλλά είναι αρκετό να ειπωθεί ότι η προγνωστική κωδικοποίηση στέκεται στην ιδέα ότι υπάρχει όντως κάποιου είδους κόσμος εκεί έξω που οι εγκέφαλοί μας χρειάζεται να βρουν τρόπο να εξιχνιάσουν. Προσεγγίζοντας τη δομή αυτής της πραγματικότητας (ακόμη κι αν δεν μπορούμε να συλλάβουμε τη μεταφυσική της αλήθεια ή φύση) που οι προγνωστικοί μας εγκέφαλοι μας σώζουν από το κάθε λεωφορείου που τείνει να μας πατήσει.

Τώρα, εξαιτίας των στατιστικών ομαλοτήτων στο περιβάλλον ανά το χρόνο, τα πιο επιτυχημένα αντιληπτικά μοντέλα, όσον αφορά την πρόγνωση, φαίνεται να είναι εκείνα που δημιουργούν έναν κόσμο και που τον πληρούν με αντικείμενα και συγκεκριμένες ιδιότητες, αντικειμενικές ή αφαιρετικές, που να μπορούν να αισθανθούν και να τεθούν υπό τη σκέψη. Έτσι είναι που οι εγκέφαλοί μας επιλύουν το παραπάνω πρόβλημα του δεσίματος πληροφοριών. Οι εμπειρίες του παρελθόντος μας διδάσκουν ότι συγκεκριμένοι συνδυασμοί χαρακτηριστικών είναι περισσότερο πιθανά να συμβούν μαζί απ’ ότι άλλες – κι αυτή η προβλεπόμενη συνεκτικότητα αυξάνεται με το να αποδίδονται αυτά τα χαρακτηριστικά στο ίδιο επιμένων αντικείμενο. Άρα ο λόγος που βλέπουμε ένα λεωφορείο να κινείται προς τα εμάς, αντί για να ιδωθεί ως ένα συνονθύλευμα παράταιρων κι ασύνδετων σχημάτων και χρωμάτων, είναι επειδή ο εγκέφαλος χρησιμοποιεί ένα μοντέλο για να προσγράψει τέτοιες οπτικές διακυμάνσεις σε αντικείμενα που διαρκούν και προβλέπει η φύση της εμπειρίας ως αποτέλεσμα.

Τα «κακά» νέα είναι ότι η αίσθηση του εαυτού σου δεν είναι τίποτε παραπάνω από τα φτιασιδωμένα μοντέλα. Με άλλα λόγια, ο εαυτός αποτελεί ένα είδος μετα-φίλτρου για τα σήματα που παίρνεις από τη λειτουργία ολόκληρου του οργανισμού. Οι συναντήσεις μας με τον κόσμο –οι πραγματικές, οι φανταστικές ή οι μνημονικές- μας κάνουν να νιώθουμε κρύο, ζέστη, χαρούμενους, λυπημένους, αγχωμένους ή ήρεμους και κάθε διαβάθμιση και συνδυασμό βιώματος που υπάρχει ενδιάμεσα. Κάθε φορά που ο νους συναντάει μια τέτοια ροή συναισθημάτων και αντιλήψεων, δεν μπορεί παρά να αποδίδει σε αυτά κάποια υποκείμενη οντότητα που καταθέτει για το τι συμβαίνει. Όπως το παιγνίδισμα των χρωμάτων και των σχημάτων μας κάνει να βλέπουμε ένα λεωφορείο να ορμάει προς τα εμάς στο δρόμο, όταν η χαρά δίνει χώρο στη θλίψη, ο νους συνάγει ότι «κάποιος» (εγώ) πρέπει να έχει βιώσει μια απώλεια. Το αποτέλεσμα είναι ένα μοντέλο μιας ενοποιημένης οντότητας που μας επιτρέπει να δρούμε, να σκεπτόμαστε και να αλληλοεπιδρούμε –ιδίως με άλλους ανθρώπους- συνεκτικώς και αποτελεσματικώς. Η μοντελοποίηση του εαυτού είναι απλώς μια στρατηγική βελτοποίησης που μας επιτρέπει να συνδέσουμε συγκεκριμένες ιδιότητες του κόσμου ώστε να είναι ευκολότερες στη σύλληψη. Με το να παλεύουμε να μεγιστοποιήσουμε την προγνωστική επιτυχία, ο νους δεν μπορεί παρά να υποκύψει στον ουσιοκρατικό πειρασμό.

Το «μοντέλο του εαυτού» είναι πολυσύνθετο και πολυεπίπεδο. Απ’ όσα έχουν αποκαλύψει ως τώρα οι επιστήμονες, φαίνεται ότι είναι μάλλον μια ιεραρχία μοντέλων, στο οποίο κάθε επίπεδο έχει να κάνει με διαφορετικές σκοπιές της οργανισμικής λειτουργίας. Τα χαμηλότερα επίπεδα ανιχνεύουν και διατηρούν την ενότητα των σωματικών ορίων, ρυθμίζουν την ομοιόσταση και τα αισθητηριακά και κινητικά ζητήματα που προκύπτουν από το περιβάλλον. Αυτά τα συναισθήματα μετά ενσωματώνονται στα υψηλότερου επιπέδου γνωσιακά στοιχεία που δημιουργούν την αίσθηση του «δικού μου» στα επεισόδια της σκέψης, συγκαταλέγοντας διαδικασίες όπως τη μνήμη, τις τεκμηριώσεις, και το φαντασιακό. Τέλος, στα υψηλότερα επίπεδα επεξεργασίας μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την αφήγηση του «εγώ» για να εκφράσουμε το γεγονός ότι η εμπειρία είναι ενοποιημένη και οριοθετημένη μέσα στα πλαίσια αυτής της λειτουργικής ιεραρχίας αλλά και ανά το χρόνο. Για παράδειγμα, στις στιγμές που προηγούνται μια σημαντική αναπαράσταση, ο καρδιακός σου παλμός μπορεί να αυξηθεί ή μπορεί να νιώσεις ότι η καρδιά σου πήγε στην κούλουρη. Αυτό δημιουργεί μια σπλαχνική αντίληψη της κατάστασης: κίνδυνος επίκειται! Εν συνεχεία, αυτό το συναίσθημα συγκαλεί σκέψεις που συνδέουν το τρέχον επεισόδιο με αυτά του παρελθόντος και το μέλλοντος  που είχαν βιωθεί από την «ίδια» οντότητα: «καλύτερα να μην κομπιάζω όπως την τελευταία φορά· είναι πολύ σημαντικό να εντυπωσιάσω αυτό το κοινό· θα τα καταφέρω άραγε ποτέ με αυτό;» Η ροή πληροφοριών πάνω και κάτω στη λειτουργική ιεραρχία είναι ενοποιημένη με το να αποδίδεται σε αυτήν –ή να «οριοθετείται»- μια ενιαία, απολύτως σημαντική οντότητα που αποκαλείται «εγώ».

Υπάρχει λοιπόν μια υπολογίσιμη μάζα αποδείξεων περί των μοτίβων της εγκεφαλικής δραστηριότητας που ανταποκρίνεται στο ιεραρχικό μοντέλο του εαυτού. Αυτές οι νευρωνικές αντιστοιχίες εφαρμόζονται σε συγκεκριμένα εγκεφαλικά κυκλώματα, συγκεκριμένα στο εξέχον δίκτυο και το δίκτυο προεπιλεγμένης τροπής (default mode). Το εξέχον δίκτυο μας επιτρέπει να νιώσουμε τη σημασία των σωματικών καταστάσεων που πυροδοτούνται από το περιβάλλον. Όπως προαναφέρθηκε, οι οργανισμοί συνεχώς βομβαρδίζονται από πληροφορίες, των οποίων μόνο ένα κλάσμα τελικά αποδεικνύεται σχετικό με τους στόχους και τα ενδιαφέροντά μας. Το εξέχον δίκτυο είναι αυτό που μας επιτρέπει να διακρίνουμε εκείνο που έχει σημασία και που έχει νόημα στο πλαίσιο του. Εντωμεταξύ το δίκτυο προεπιλογής υπόκειται με αυτοβιογραφικά επεισόδια όπως η μνήμη, η φαντασία, ο σχεδιασμός και η λήψη αποφάσεων. Για να απλοποιήσουμε λίγο τα πράγματα, μπορούμε να πούμε ότι το δίκτυο προεπιλογής είναι συχνά συνδεδεμένο με τον αφηγηματικό εαυτό, ενώ το εξέχον δίκτυο σχετίζεται με ένα πιο ελάσσων, ενσωματωμένο εαυτό και τις συγκινησιακές του καταστάσεις.

Πώς εξηγεί αυτή η ιστορία τα θεραπευτικά αποτελέσματα των ψυχοδηλωτικών; Όπως είδαμε, το μοντέλο του εαυτού είναι μια ενοποιημένη δέσμη προγνώσεων – και πολλές από αυτές τις προγνώσεις, οι οποίες έχουν χτιστεί μέσα από μια ζωή εμπειριών, μπορούν να μας κάνουν βαθιά αγχωμένους και λυπημένους. Κάποιος με κοινωνικό άγχος προσδοκά και βιώνει τον κόσμο ως εχθρικό και ανεξέλεγκτο επειδή νιώθει ευάλωτος και ανίκανος να ανταπεξέλθει. Το μοντέλο του εαυτού που παράγει αυτά τα συναισθήματα μεγεθύνει την αντιξοότητα του κοινωνικού του κόσμου. Ομοίως, όσοι έχουν κατάθλιψη προσμένουν και τελικά συλλέγουν αποτυχίες και θλίψη, και το αποδίδουν στη δική τους ανικανότητα. Το μοντέλο του εαυτού τους το κάνει δύσκολο να έχουν πρόσβαση σε θετικές εμπειρίες και συνήθως αυτό αποβαίνει σε μια αρνητική χιονοστιβάδα γεγονότων. Επειδή οι εγκέφαλοί μας ατέρμονα προσπαθούν να προβλέψουν εκείνο που έπεται και να μειώσουν την πιθανότητα λάθους, δεν είναι απορίας άξιον ότι οι προσδοκίες του εαυτού μας τείνουν να είναι αυτό-εκπληρούμενες.

Θεωρητικά θα έπρεπε να είμαστε ικανοί να επαναμηχανευτούμε τους μηχανισμούς του μοντέλου του εαυτού μας κι έτσι να αλλάξουμε τον τρόπο που οργανώνουμε και ερμηνεύουμε την εμπειρία μας. Το πρόβλημα είναι ότι το μοντέλο του εαυτού λειτουργεί με έναν τρόπο που είναι αρκετά παρόμοιος των οπτικών μας φακών. Βλέπουμε με αυτούς και δια μέσω αυτών, αλλά είναι σχεδόν αδύνατο να δούμε τους ίδιους τους φακούς, να εκτιμήσουμε πραγματικά το πώς επηρεάζουν τα σήματα που φτάνουν σε εμάς, πόσω μάλλον να τους βγάλουμε όποτε αποδεικνύονται ότι δεν είναι εξυπηρετικοί. Το ίδιο ισχύει και με τον εαυτό: για καλό ή για κακό, νιώθουμε σαν ενοποιημένες οντότητες παρά πολυσύνθετα και ασταθή ιεραρχικά μοντέλα που ανιχνεύουν και προβλέπουν τις οργανισμικές μας ανταποκρίσεις στο τι συμβαίνει.

Αυτό είναι μεγάλο μέρος του γιατί οι ψυχιατρικές δυσλειτουργίες όπως η κατάθλιψη ή το άγχος είναι τόσο δύσκολο να αντιμετωπιστούν. Είναι σχεδόν αδύνατο για κάποιον να έχει πρόσβαση σε έναν εναλλακτικό τρόπο ύπαρξης στον κόσμο. Μπορεί να γνωρίζει διανοητικά ότι κάποιες εμπειρίες είναι προσβάσιμες, εφικτές και επωφελείς, αλλά δεν μπορεί να ταυτοποιηθεί με αυτούς τους εναλλακτικούς εαυτούς. Το αόρατο μοντέλο του εαυτού του έχει κατασκευαστεί άτεγκτα για να αναλύει τον κόσμο αρνητικά και να τον κάνει να νιώθει αναλόγως. Επιπλέον, συνηθίζουμε να έχουμε μια δικαιολογημένη υποψία ότι το να εμπλεκόμαστε με διάφορες μορφές θεραπείας θα αλλάξει το ποιοι είμαστε με έναν θεμελιώδη τρόπο. Υπερασπιζόμαστε τον οικείο εαυτό ακόμη κι όταν μας φέρνει στην απελπισία.

6a00d83451c45669e2015435f0ecad970c-550wi

Εδώ είναι που έρχονται τα ψυχεδελικά. Αυτές οι ουσίες βάζουν το κλειδί στις λειτουργίες των δυσπροσάρμοστων μοντέλων εαυτού, επειδή επηρεάζουν τους νευρωνικούς μηχανισμούς εκ των οποίων εκπηγάζει η αυτο-αντίληψη. Τη στιγμή της κατάλυσης του εγώ, δυο πράγματα φαίνεται να συμβαίνουν. Πρώτον, η ενότητα του εαυτού αποσυντίθεται. Και δεύτερον, παύουμε να θεωρούμε δεδομένο ότι η εμπειρία πρέπει να ερμηνεύεται από αυτό το μοντέλο.

Το πρώτο σημείο απλώς σημαίνει ότι ο εαυτός απιθώνεται ως απλό ένα φίλτρο του κόσμου. Γίνεται «αδέσμευτος» από την ενότητα που ήταν και με την οποία καταλαβαίναμε την εμπειρία. Αυτό εξηγεί τις αναφορές των ψυχεδελικών χρηστών περί της απώλειας της ατομικότητας και τα μοτίβα έντονης απορρόφησης στον κόσμο. Ο συγγραφέας Aldous Huxley έγραψε τη διάσημη εμπειρία του με τη μεσκαλίνη στο The Doors of Perception (1954): «Δεν κοιτούσα πια σε μια ασυνήθιστη διάταξη λουλουδιών. Έβλεπα αυτό που ο Αδάμ είδε την πρωία της δημιουργίας – το θαύμα, στιγμή προς στιγμή, της γυμνής ύπαρξης.

Το δεύτερο αποτέλεσμα είναι πιο λεπτοφυές. Έχει να κάνει με τον τρόπο που τα ψυχεδελικά μπορούν να μας διαφωτίσουν περί των διαδικασιών που διενεργούν την υποκειμενικότητά μας. Όταν ο εαυτός αποδομείται και ακολούθως επαναδομείται, ο ρόλος του μοντέλου του εαυτού φαίνεται να γίνεται ορατό στον κάτοχό του. Ναι, αυτό προσφέρει μια ψυχολογική ανακούφιση – αλλά κυρίως, τραβάει την προσοχή στη διαφορά ανάμεσα σε έναν κόσμο που θεάται με και χωρίς τον εαυτό. Για ένα αγχωτικό ή καταθλιπτικό άτομο, τα ψυχεδελικά καθιστούν εφικτό το να εκτιμήσει το διαμεσολαβητικό, αναπαραστατικό ρόλο του μοντέλου του εαυτού. Η κατάλυση του Εγώ προσφέρει τη ζωηρή βιωματική απόδειξη, όχι μόνο ότι τα πράγματα μπορεί να είναι αληθινά, αλλά και ότι ο εαυτός που οροθετεί το βίωμα είναι απλώς ένα ευρετικό, κι όχι αμετάβλητο, πάγιο πράγμα.

Τι είναι αυτό λοιπόν που αποκαλύπτουν τα ψυχεδελικά γύρω από τις φιλοσοφικές και νευροεπιστημονικές αντιπαραθέσεις περί του εαυτού; Φαίνεται ξεκάθαρα ότι ο εαυτός δεν είναι απλά μια αφηγηματική αρχή, όπως κάποιοι θεωρητικοί προτείνουν. Παίζει έναν ζωτικό ρόλο στην αντιληπτική και συναισθηματική επεξεργασία. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι, όπως έχουν δηλώσει κάποιοι άλλοι, ότι το μοντέλο του εαυτού έχει τις σωστά γνωρίσματα για να πληροί και τις προϋποθέσεις ενός Καρτεσιανού εαυτού. Μπορεί να εκτελεί κάποιες από τις σωστού τύπου λειτουργίες, αλλά δεν είναι η σωστού είδους οντότητα. Το μοντέλο του εαυτού παίζει έναν απαραίτητο ρόλο πρόσδεσης των λειτουργιών της γνωσιακής επεξεργασίας – αλλά ο εαυτός ο ίδιος δεν υπάρχει πουθενά, τουλάχιστον όχι στη μορφή κάποιας πάγιας, ουσιοκρατικής «ψυχής». Προτιμότερο να ειδωθεί ως μια θεμελιώδης γνωσιακή στρατηγική, η οποία έχει αναπτυχθεί ανά τον εξελικτικό χρόνο. Όπως ο επιστημονικός δημοσιογράφος James Kingland το θέτει στο Siddhartha’s Brain (2016): «Είναι δύσκολο να αποφύγεις το συμπέρασμα ότι έχουμε αναπτυχθεί σε έναν πίθηκο που παίρνει τα πράγματα προσωπικά».

Το ότι ο εαυτός είναι μοντέλο, παρά ένα πάγιο πράγμα, δε σημαίνει ότι είναι και εντελώς ρευστός και αυθαίρετος. Τουναντίον: είναι δομημένος από γεννησιμιού και ανά τις δεκαετίες. Ιδιαιτέρως στα χαμηλότερα επίπεδα, οι γνωσιακές διαδικασίες που το μοντέλο του εαυτού δένει μεταξύ τους – εξωτερική και εσωτερική αντίληψη, βασική οργανωτικοί μηχανισμοί – δεν είναι ιδιαιτέρως ευέλικτοι. Έτσι εξηγείται γιατί χαοτικά αναπτυξιακά περιβάλλοντα είναι τόσο καταστροφικά. Δεν είναι απλά αγχωτικά με τους πρόδηλους τρόπους, αλλά στα χρόνια της διαμόρφωσής του ο νους δεν έχει σταθερά μοτίβα εμπειριών για καταστήσει ένα μοντέλο εαυτού.

Άρα η αλλαγή μπορεί και πάλι να είναι πολύ σκληρή. Ας φανταστούμε πώς θα ήταν να μην ακούμε το λόγο στην γενετήσια μας γλώσσα ως φορέα νοήματος: είναι σχεδόν αδύνατο. Καλύτερα να μάθουμε μια άλλη γλώσσα, με όλη την προσπάθεια που ενέχει, παρά να προσπαθήσουμε προσωρινά να «ξεχάσουμε» τη δική μας. Το ίδιο ισχύει και με τον εαυτό. Τα ψυχοδηλωτικά σου επιτρέπουν συντόμως να ακούσεις την προσωπική γλώσσα της υποκειμενικότητάς σου ως σκέτο ήχο κι όχι ως νόημα. Το αν θα θελήσεις να μάθεις μια άλλη γλώσσα της εαυτότητας ή όχι, αυτό είναι δικό σου θέμα.

Αστρέας
Νομάς των ιδεών και των τόπων, συνεχώς εν κινήσει στο ρυθμό του γίγνεσθαι, μεταλλασσόμενος προς το άρρητο και απεκδυόμενος τη μορφή εν γένει.
Συντονίσου

Comments are closed.