No comments yet

ΚΑΡΤΑ ΕΝΝΕΑ

Συντάκτης:

Είμαι ο Ερημίτης. Αφημένος στο έλεος των ενδεχομενικών ριπών, εμπιστεύτηκα, και τα σωθικά μου ξεπέζεψα από τις ενοχές του κοσμοπολίτη εκείνου που μονίμως διψάει για τη σπινθηροβολούσα διασταύρωση των βλεμμάτων. Πήρα στο χέρι μου ένα φανάρι και ξεκίνησα την κατάβαση στην κοιλάδα όπου επωάζονται τα πιο πυκνά σκοτάδια. Το βήμα μου δε στάθηκε ποτέ μετέωρο, ακόμη κι όταν οι σκέψεις με κύκλωσαν σαν τις νυχτερίδες, προϊδεάζοντάς με δήθεν για το επικείμενο ναδίρ της αστοχασιάς ή το κατάφωρο μειονέκτημα της αποξένωσης. Όμως τα πέλματά μου έχουν σημαδέψει με αποφασιστική πίεση το μονοπάτι αυτό, με έμμετρη σταθερότητα, ασκητικά επαναλαμβανόμενη, σαν την αναπνοή που θωπεύει το χρόνο, ενοφθάλμισα το κέντρο του μετώπου με τον σπόρο της αυταξίας. Κι έτσι, πορεύομαι ασυγκίνητος από τις φοβέρες και τις Κασσάνδρες των λιπόψυχων, προς τα εκεί όπου, διαβόητοι λόγοι λένε, το έρεβος χάσκει. Αναζητώ την χειμαζόμενη χρυσή άρκτο και τα πέντε ορφανά της· βαδίζω με γαλήνη και μακροθυμία με μια επίσης χρυσή λύρα ανάμεσα στα φρύδια, που ως επαίτης κέρδισα για να τη διαφυλάξω από τη διακαή κυκλοφορία των έκπτωτων, από τον υβριστικό πληθωρισμό, νομισμάτων. Μπροστά μου, σε αυτό το βαθύ σκοτάδι του ελευσίνιου φρέατος, θωρώ το μυστικό ξημέρωμα που ανοίγει τις βαριές κουρτίνες της κοντοθωριάς και της βιαστικής επιθυμίας για έξεις και πόθους και μπαγιάτικες αφηγήσεις που, εντούτοις, φιγουράρουν ως «ειδήσεις». Η εβένινή μου ράβδος στηρίζει ενίοτε το πιγούνι μου, όταν σταματάω για περισυλλογή κι επιτέλους στήνω αυτί στις αποδημητικές ωδές του προσωρινού. Όμως ουδέποτε με ξεγέλασε η μελωδία τους. Σαν ένας καγχασμός απροσχεδίαστης μουτζούρας, σκορπίζεται με την αβαρία της έωλης στάχτης – η φλόγα καίει πλέον δίχως παρεμβολές και υποχωρήσεις ακριβώς εδώ, στο φανάρι που φεγγίζει από τα γενναιόδωρα στήθη και η λάμψη λικνίζεται αποζητώντας τις χρυσές αποχρώσεις της στο σημείο με το οποίο εξαγοράζω την ελευθερία μου, ακριβώς εδώ, στο πλατύ μέτωπο μιας ανεπανόρθωτης ευδοκίας. Το ακανθώδες κρεβάτι της επιβεβλημένης αφύπνισης που σφίγγει τη σάρκα και που εκβιάζει την ανάταση της ψυχής είναι το σαφώς προτιμότερο από τις νυχιές και τα δήγματα του ενύπνιου εφιάλτη· είναι η ορθοστασία του νηφάλιου φρονήματος που δίνει νέο νόημα στην έννοια της «μέθυσμένης απόδρασης». Ας είναι αγκάθι, ας είναι πληγή, ας είναι πόνος, ας είναι ουλή – ο φιδογυριστός ο δρόμος της ριζικής αυτονομίας, που δεν υποτάσσεται σε κανένα παζάρι και που δεν αποτείνεται σε καμία κρατική διαβούλευση, που ασύλληπτα, από τα φώτα της δημοσιότητας, έρπει και που σα μια αιθέρια ίνα αιωρείται στη στάση του χρόνου, όταν πια στην έκλαμψη της αυτοτέλειας τίποτε εγκόσμιο δεν μπορεί να έχει νόημα, οδηγεί στον καθαρμό της χειρονομίας και ιαίνει και καθαγιάζει. Τόση πολύ μανία, τόσος ντόρος, τόσες σπαταλημένες κουβέντες και κινήσεις εντυπωσιασμού για μια στύση, έναν οργασμό και το φιλί της λεοπάρδαλης – αποποιήθηκα τα πάθη και κατεύνασα τη συγκίνηση του ρόδου με μια απέριττη χειρονομία, γυμνή από επιφάσεις, με φλέβες καλά σμιλευμένες από την ευπραγία, με το δείκτη ψηλά στον ουρανό και τον θεληματικό αντίχειρα ενώπιον της άφαντης όψης μου, που αναπαύεται στην καταχνιά της ερήμωσης. Το άλογο που κλαίει από τα μαστιγώματα της γενετήσιας απόλαυσης, όταν πια οι ορμές του λιμοκτονούν από τις εκροές σπέρματος, δεν είναι ικανό για να το καβαλήσει η περιπέτεια του πνεύματος προς την άγρια δύση του επιθανάτιου ήλιου. Όμως ιδού, εγώ ακμαίος, νυχθημερόν, γυρνάω τον τροχό και γροικώ στους απαλούς ήχους του άξονα του την ομόκεντρη ομήγυρη που συνεχώς ανελίσσεται και με την επιτάχυνση ξαποσταίνει. Ανάπαυση εν γρηγόρει. Ο λογαριασμός, η οφειλή και τα δάνεια που αναμένω, όλα έχουν εξανεμιστεί, τα πήρε η φόρα των κοράκων και η μόνη μου έγνοια, ολόκληρη η πλατεία της ζωής κι όλοι οι ατραποί της σκέψης επικεντρώνονται στην αψίδα του ιλαρού φωτός και τις ανελκυόμενες ώσεις της μέθεξης που στην κορυφή της πυραμίδας αποζημιώνουν τις στερήσεις με αντίδωρο το χρυσόμαλλο δέρας· το ψύχος του θανάτου δεν μπορεί να τρομάζει την εγκράτεια της νουνεχούς συνέπειας. Ο γκιώνης συντροφεύει στην απεριόριστη διάνοιξη της λιτότητας, στα βάθη του ακαταμέτρητου απείρου, σε κραδαστικές συχνότητες που τουρτουρίζουν την αφθονία της έκστασης, κατά τ’ άλλα, πουθενά αλλού πέραν του ενός ανυπόληπτου λεπτού, στο κρανίο που κυοφορεί τον πρωτογενή Έρωτα της πλάσης: τον διάλογο της αυτοαναφορικής μου απτότητας, το πόσο πολύ υπάρχω και το πόσο αγγίζω την πληθωρική αίσθηση του Όντος που είμαι αλλά δεν είμαι. Συντροφιά ανυπέρβλητη στο αλισβερίσι της Πενίας και του Πόρου! Τα μηνίγγια μου, το υπογάστριο από το οποίο ξεχύθηκαν τα παρανοϊκά άστρα και οι γαλαξίες και τα αδιανόητα πέρατα των κόσμων –όλα ξεκίνησαν από μια σύλληψη, από μια αφύπνιση, από ένα σπαραγμό, ένα σκίρτημα σολιψιστικής παραίτησης, εκεί βαθιά στη γούρνα της αξεδίψαστης μοναχικότητας, που με λαχτάρα αναβλύζει τη Χάρη της μακαριότητας και τους αναστεναγμούς των νεκρών. Γενιές, που υπερέβησαν και κύκλωσαν τον Ενιαυτό, ευλογούν το θάρρος της γηραιάς όψης και τον μώλωπα του Κρόνου· και η ωδή των αηδονιών κεντάει στον αιθέρα τη δροσερή αντίθεση επί της αυτοπροαίρετης εμμονής στις πικρές γεύσεις· το σφριγηλό κλωνάρι που τις εποχές του χρόνου διακορεύει ως κορμός και άξονας του Κόσμου, με ρίζες βαθιές και κλαδιά που καταδιώκουν τις υπερκαινοφανείς λάμψεις των ψυχών εκείνων που δεν άντεξαν το νέκταρ της πρωτεϊκής ιδιότητας. Γευσιγνώστης του κενού, απολαμβάνω την κρυστάλλινη γεύση της απεκδυόμενης των βασάνων νηνεμίας με ουρανίσκο που καλοδέχεται την αναστρεφόμενη γλώσσα, κουλουριάζω την περιδίνηση του γίγνεσθαι στη σιγή εκείνη που αν και μόνο αν καταφέρει κανείς –ακριβώς ως κανείς– να την ερμηνεύσει, θα γίνει η ιχθυόσκαλα που εκμαιεύει τις ασύλληπτες τέρψεις που προκύπτει με την εν ριπή οφθαλμού ανάγνωση των συγκυριακών πλεγμάτων, αυτά που σαν μια συνύφανση πολύεδρων δυνατοτήτων απολήγουν πάντα στο οποιοδήποτε απανταχού παρόν Συμβάν. Αν είναι να χαθώ στην κοινωνία· αν είναι να αφομοιωθώ στη μάζωξη των ψυχών και αν είναι να δώσω το χέρι μου σε συμφωνία έτερου δικαίου, θα το κάνω από εκεί, στον φλοίσβο του παραληρηματικού απείρου.

 

Συντονίσου

Comments are closed.