No comments yet

ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΑΠΩΛΕΙΑ

Συντάκτης:

Ακούγοντας στο κωφό ακουστικό τη διακριτικά καταπτοημένη φωνή να μου αναγγέλλει ότι μια γνωστή μορφή τελειώνει, αισθάνομαι το πανί της ζωής να κραδαίνει από τον αιθέρα που διασαλεύει την αποσβόλωση στις προβάλλουσες αφηγήσεις· το λευκό φως που αποτυπώνει τις έγχρωμες παραστάσεις του χρόνου αρχίζει και τρεμοπαίζει ενόσω προσπαθώ να αναμετρηθώ με εκείνο που τείνει να με λυπήσει πιο πολύ. Σα σκοτοδίνη αναθαρρεύει η προαιώνια ανάμνηση της τελευτής· σαν τον ύπουλο σκορπιό τρέχει να ξεφύγει της ματιάς, στο έρεβος που την έκλαμψη του ελέους καταπίνει –ο κόσμος γύρω μου αποδομείται, παρωχημένες καταστάσεις γύρω μου καταδύονται, απαρχαιωμένες επιθυμίες παύουν να ισχύουν, πρόσωπα, μαζί με την περίπλοκη συναστρία των σχέσεών τους, φεύγουν από τη ζωή κι εσύ, έχοντας εκ νέου διανοηθεί ότι κι ο δικός σου χρόνος τελειώνει, σφίγγεις το χέρι στη λαβή. Έτσι αντισταθμίζεται ο θρήνος, η βραδυφλεγής καύση της αναμενόμενης απώλειας· επιτείνεις την παρουσία, φυλλομετράς τις ημέρες με περισσότερη ακρίβεια και το κάθε ηλιοβασίλεμα θωπεύει ακόμη πιο γλυκά, ως ανταπόκριση, το όψιμο, υγρό και ολόγιομο βλέμμα σου.

Θάνατος· τάδε ώρα και ημέρα, η κατάλληλη μαύρη ένδυση, ο καφές, παρακαλώ, πικρός. Ομήγυρη ακουσίως συνωμοτική –το νιώθεις, μωρέ; ξύπνα, βλέπω εγκοπές και ξηλώματα στο πανί, το έργο μάλλον θα σβηστεί ημιτελώς, αφήνοντας τις παραστάσεις στην αυθαιρεσία της υπόρρητης αδειοσύνης· τι ακριβώς ήθελες να πεις, δεν έχει σημασία. Προσπάθησε να παραμείνεις ψύχραιμος, η φυγή ενός προσώπου αείποτε είναι το νόμισμα που υπόκειται στη συνθήκη του παλιγγεννεσιακού πληθωρισμού. Τι αξία έχει η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου; Αόριστη· εξαρτάται από ποιο περβάζι θα το δεις. Εάν είσαι στο αέτωμα της σκέψης· εάν το πανί είναι απλά ένα πανί και ο κινηματογραφικός προβολέας απλά ένας προβολέας, καλύτερα αυθαιρέτως να μετακινήσεις την κρίση σου και να διαβάσεις τη ζωή στο ευρύτερο δυνατό μέτρο: είσαι μια από τις άπειρες χάνδρες του ιδίου και ο άλλος που μονίμως χάνεται και που μονίμως αναδύεται δεν είναι παρά η επανάληψη, ως ετερότητα αινιγματική, ως μια πάντα πολύτιμη ίνα στο υφάδι του ίδιου υφαντού επ’ άπειρον αναδιατασσόμενη, όπου θωρεί βλέφαρο φως στους αιώνες των αιώνων.

Όλοι όσοι αγαπήσαμε, στο ναυάγιο του σπαραξικάρδιου αγώνα των σχεδίων που βιάζονται να αδράξουν τη μυστική υφήλιο του πνεύματος, μα που ωστόσο καταποντίζονται στη συγκινησιακή θαλασσοταραχή του αμετάκλητου θρήνου. Αείποτε θα συμβαίνει αυτό, για όσο της επιθυμίας το τερπνό γάζωμα θα σε κεντάει σε σχεδίες προσώπων που ποθούν την επανάληψη του δράματος στις πολύεδρες αντανακλάσεις του άπειρου κόσμου. Έτσι, είναι απαραίτητο, με την ίδια κυνική αυταρχία που ο κρυφός δυνάστης ενορχηστρώνει την άνοδο του πληθωρισμού, να μεριμνήσεις για τη μείωση της αξίας αυτού του νομίσματος, με το οποίο κάποτε αγόρασες τη θαλερή αγάπη εκ του απολεσθέντος προσώπου. Η τιμή της κηδείας μονίμως ανεβαίνει, ωστόσο η αξία του νομίσματος συνεχώς πέφτει κι έτσι το ίδιο αυτό σκηνικό της απώλειας, με τα αυξανόμενα του μηδενικά, αποκτά ολοένα και πιο επιτηδευμένο μεγαλείο, είναι ολοένα και πιο φτιασιδωμένο, ραγισμένο από το φιάσκο της νεμέσεως· μια λυπηρή επανάληψη που πλέον ράθυμα εκφωνεί την αποχαιρετιστήρια ωδή, μήπως και το πάρεις χαμπάρι –κουράστηκα το μαρμάρινο πρόσωπο της υπαρξιακής μου εκκρεμότητας ξανά και ξανά στερνά να φιλώ.

Ο θάνατος του άλλου, του μοναδικού και δυστυχώς ενίοτε πολύ κοντινού άλλου, έρχεται για να σου εκμυστηρευτεί ότι η ώρα η φτερωτή έρχεται και για σένα, γι’ αυτό βιάσου ή μάλλον συγκρατήσου· κράτα καλά τούτη τη στιγμή κι ας είναι η πιο στενή· μόχλευσε το γοργό παρόν προς το καταδυόμενο μέλλον και με γνώμονα το ζωστήρα του τσουχτερού μαστιγώματος στην καρδιά, πλοηγήσου από καρδιάς, στον τροπικό του αίματος, της πιο σπλαχνικής αλήθειας: η καμπύλη των βιωματικών έργων τη ράχη της θα δείξει ως έσχατη εντύπωση, στην παλιά μασέλα της σαρκοβόρας δύναμης ή στον ορό που τις κυανές φλέβες εγγίζει για να δοθεί παράταση στους σφυγμούς, πάντα φεύγουμε και φεύγουν με μια απόκρημνη αγένεια προς την καταναγκαστική εμμονή της μορφής και του ονόματος –τα φωνήεντα της έκστασης εξαπλώνονται σε ύψος και σε βάθος ενώ τα σύμφωνα των οστών αφομοιώνονται στο απαστράπτων λιοπύρι των βράχων, που τα δευτερόλεπτα μετράνε στις εκατονταετίες. Πες, αν μπορείς, την «αγάπη» με μια ιαχή…

Οι πτυχώσεις του χρόνου είναι φορές που την υπερβολή της απώλειας φέρνουν, εκείνης που θαρρείς δεν την χωράει ο νους, εντούτοις συμβαίνει ως η χωροχρονική παραδοξότητα της αφύπνισης που με γοερό κέντρισμα σε λικνίζει μύχια στην ενθύμηση μιας κατάπληξης ζείδωρης ακόμη κι εκεί, στα κράσπεδα του Άδη… Ιδού, το ότι υπάρχει η ανάπαυση της λεπτής δονούμενης χορδής που ευφραίνει κάτι πέρα από το σώμα όταν πια θαρραλέα υπερβαίνεις το εκμαγείο της μορφής· όταν ο αναστεναγμός ανασαλεύεται στην αδόκητη ανακούφιση επειδή η ρηξιγενής ώρα σήμανε τη βάση ενός πιο γινωμένου πια ειρμού· επειδή ο χρόνος αφηγείται τις παραστάσεις και τις μορφές, πάνω απ’ όλα, για να τις εξαχνώσει στη μέθη της καταιγιστικής ανεκμυστήρευτης αφάνειας και στην πλατιά εντρύφηση επί της ανέφικτης ολότητας…

Αστρέας
Νομάς των ιδεών και των τόπων, συνεχώς εν κινήσει στο ρυθμό του γίγνεσθαι, μεταλλασσόμενος προς το άρρητο και απεκδυόμενος τη μορφή εν γένει.
Συντονίσου

Comments are closed.