No comments yet

ΣΤΙΣ ΑΝΘΟΔΟΧΟΥΣ ΤΗΣ ΨΥΧΟΣΤΑΣΙΑΣ

Συντάκτης:

Το άγγελμα της σύναξης γίνεται με τον καιρό, το ραντεβού για τολμητίες με την ίδια σφραγίδα στο κοίταγμα. Κίνητρο τους, η ομόνοη συγγένεια του πόνου που στην εκλέπτυνσή της προάγει το αμερόληπτο κουράγιο για εξυγίανση, προικισμένο με τις εφόδους του καλλιτέχνη μυστηριευτή. Προσκεκλημένοι οι ωμοφάγοι του ψαχνού, οι υψιπόροι, οι αποδιοπομπαίοι περιηγητές των φωτοσκιάσεων που συνάγονται ομοτράπεζοι στο υποκινούμενο αδράχτι της νύχτας, με ζήλο να καθοσιώσουν τους οριακούς σφαδασμούς σε απόλαυση και λατρεία του αχανούς. Αγέρωχη βέβαια η περιπάθεια στις αντινομίες. Το έγκαυμα ίσως του προσωπικού τάματος που καθένας με προσήνεια φυλά για τις λαμπάδες της επιστήθιας αδελφοσύνης αλλά κι όχι λιγότερο για το άγραφο εγκόλπιο της ανάνηψης…

Όμως κανένας εξευμενισμός δεν αντισταθμίζει τα όσα ακολουθούν, καθότι γοργός βαίνει στην πλεύση ο στεναγμός. Στην αρχή το τρέμουλο πίσω απ’ τον καπνό που σιγά-σιγά αποφλοιώνει τα ρεύματα μιας τάφρου αδιαπέραστης που πάντοτε υποπτευόσουν. Βήμα το βήμα η περιπλάνηση στου κυκλώνα τ’ απονενοημένα όρη, νυχτερεύει με τη θηριώδη μήνιν του βορβορυγμού σε στοές αντίκοσμες, απ’ όπου και πετιούνται καυτά τα σκλήθρα στο δόκιμο στήθος του αναστενάρη. Ξεθωριάζει ταχέως ο τρόπος να ξεχωρίσεις το λάθος απ’ το ζητούμενο, το έκπαγλο κάλλος απ’ την ψυχωσική παραφθορά, πηγάζοντας απ’ την πλέον επείγουσα αντοχή, τη μόνη που μεταβάλλει τους όρους παραμυθιασμένη απ’ το αμετάβλητο. Δεν υπάρχει γυρισμός και προτού το καταλάβεις, ήδη στο αμφιθέατρο της κόγχης φωσφορίζουν οι ηλεκτροδιακές διασωληνώσεις όπου τρύζουν οι σαύρες και τα πλαγκτόν του αιθερικού φλοιού μαζί με τις χίλιες δυο καταλαλιές της πανικόβλητης Σκιάς. Είναι ο σκόρος των θεών που αποσαθρώνει του στοχασμού τον ακατόρθωτο κλώνο και τον εξανεμίζει στην κοινή ώσμωση του θυμιάματος, όσο η προέλαση της μανίας φλογοβολεί τα κέρινα του ομοιώματα. Σα λεπιδόπτερο συρίζει το εντομοβριθές κεντρί, πυρετωδώς ψαχουλεύοντας για ένα σκάρτο δεκανίκι ορθοστασίας, μια σχισμή παραμικρή για ν’ απελευθερώσει τα οξέα του απειλητικού σφηνώματος του! Και σχεδόν πάντα τη βρίσκει. Τη βρίσκει εκεί που μετά βαΐων και κλάδων έχεις πασχίσει ν’ αποθεώσεις σαν κόρη οφθαλμού την τάδε ή δείνα περιωπή, εκεί ενδότερα όπου στήθηκε ο προβολέας του μιμητικού στίγματος με μύρια υποστυλώματα κι αμέλεια για τα χαντάκια του βρόντου όπου κρύφτηκαν τα φιμωμένα πλάσματα της βουλιμίας και της έξεως, της εθιστικής τοξίνης και της καρμικής αδηφαγίας για υψηλότερες πρωτεΐνες άγνοιας, που δεν έχουν πια στον ήλιο μοίρα.

Κάτι ανείπωτο ξηλώνει τους φερέγγυους λώρους του προσιτού με την ίδια τάση που σκανδαλίζει την αντίληψη, η καθήλωση της διαστημικής σφαίρας στο υλοποιημένο οξύμωρο . Ένα ξόφαλτσο ηχολόγημα αρκεί στην πιο μικρή υποχώρηση ώστε να ορμήσουν και πάλι οι έχιδνες στ’ ανεπούλωτα δήγματα, κομματιάζοντας το ψευδεπίγραφο σώμα του εαυτού! Η μόνωση του συμπαγέστατου «θαλάμου», δοκιμάζεται στην πίεση μιας κατάδυσης δίχως οξυγόνο. Σε τέτοιους βυθούς θα χρειαστεί να βουλιάξεις ώστε να μη μένει άλλη επιλογή απ’ την οριστική αποταγή και τη δριμύτητα της πτώσης που θυμίζει πόσο αποπνικτικό και θνησιμαίο ήταν εκ γενετής, το άχθος κι η λύσσα για προσωποπαγή διάσωση νου και φρονήματος. Βρύα προσκόλλησης στην παραδοχή της επιορκίας που ζαλίζει την πυξίδα. Αλυσίδες τα λάφυρα των μάταιων διανοημάτων που για μια ακόμη φορά πρόδωσαν την έκλυση διαφοροποίησης -μιας τσιμεντένιας συρρίκνωσης που αποξένωνε απ’ την αυτόδηλη συμπόνια του ενεργούντος. Στάχτη και μπούρμπερη. Γελά ο θάνατος με το τροχάδην στις κρυψώνες σου, γελά το σαρδόνιο φόντο με τη μωρία του πορτραίτου που επίμονα βολοδέρνει στο περίγραμμα των αναπαραστάσεων. Λες και το να φύγεις δεν είναι στο ίδιο μήκος κύματος με την καθυστέρηση της άφιξης: πως μετέβης όντως εκεί όπου πάντοτε ορκιζόσουν ότι δε θα σ’ έπνιγε το άσμα των Σειρήνων, έστω κι αν δεν το πρόλαβες. Λοιπόν, ένα ακόμη κύμα γύρω απ’ το νησί του δέους έρχεται να πέσει στην περίμετρο της κολυμπήθρας. Οι αλαλαγμοί των κυμβάλων ξεκινούν στο νευρικό ιστό, στα βάραθρα της προσωπικής σου κρούστας μόνο και μόνο για να φέξουν στη διαπροσωπική συγχορδία κι από ‘κει να τανύσουν τις αχειροποίητες χορδές του συμπαντικού γινομένου, χωρίς γύψινα σταθμά και τέρματα στην κυλιόμενη διακλάδωση. Ο εξακολουθητικός τροχός επιτείνει την κραυγαλέα περιστροφή όσο φρουρείς τις φρούδες αποταμιεύσεις της σπιθαμιαίας υπόληψης κι έρριζης σου κράσης, μη δυναμένος ν’ αναγνωρίσεις πως αυτά τα ίδια είναι τα καρφιά της ναυτίας. Χώρος ανεκτός υπάρχει μόνο για την ακμαία δέηση στον ακινητοποιημένο κόσμο των βυθών, βαθιά στο καλειδοσκοπικό αβαείο που καυτηριάζονται οι πληγές με την άυλη ομοιοπαθητική του ρίγους και κάτι ασύλληπτα ιδεογράμματα μικροσκοπίων που σχηματοποιεί η έκσταση.

Εκεί το συνειδητοποιείς! Πως το εξωφρενικό αποτύπωμα δεν ήταν η βιαιοπραγία της «τρέλας», μα ούτε κι όλος αυτός ο αγώνας με την τραχιά τη μνήμη ή την πρόσκρουση στο θεμελιώδες τέλος. Για την ακρίβεια, όταν η επίκληση χτυπά ξανά κι επανακάμπτει στο φακό της εντυπωμένης πλέξης, τότε κάτι ριζικά ακμάζει, κάτι ριζικά αντιστρέφεται. Δεν είσαι μόνος. Δεν είσαι καν εσύ. Στην ηφαιστειακή στρόφιγγα του ξεδιπλώματος, σιλουέτες κι αντικείμενα καθιερώνονται, εστία και βωμός γίνονται οι αναλαμπές-στολίδια στη χρυσαυγή της προπολιτισμικής Τους αίγλης. Η βιονική θεότητα στις ακοές του κωφάλαλου ανθρωποειδούς: κλήτευση υπερηχητική που πλάθεται στις πρώτες ανταύγειες της ευκρίνειας. Μές την κεραύνια μέθεξη εισακούσθη: «Eίμαστε εμείς εδώ προαιωνίως! Με αχρείαστες τις υποστάσεις στη νηνεμία του τυφώνα, είμαστε εμείς τα συντετμημένα ζωητρόνια που συνυπήρξαν παντοτινά, εμείς οι πολλαπλότητα του άχραντου Πεδίου που εικάζει ως μινιατούρες τις σεβάσμιες φυσιογνωμίες και τα οργίλα τέρατα, τους υιούς και τις κόρες στου χρόνου τις παιχνιδομηχανές υποκάτωθεν Του ανέσπερου Επόπτη! Εμείς το πρωτόζωο, η αμφίβια μεμβράνη, του δεινοσαύρου ο μυκηθμός, εμείς οι υποβολείς της διάνοιας στην ανθρώπινη παράκληση, εμείς τα κρείττονα γένη των γαλαξιών που στεφανώνουν την υπέρμετρη οπτασία. Ακόμη και το έμφυτο αντίδοτο στην ύπαρξη, ένα χαριτωμένο φιάσκο, στους υμέναιους των σπλάχνων με τον Οφθαλμό εκείνον που ποτέ δεν αναπαύεται και ποτέ δε νοσεί. Κι άρα καλώς ας αναδιανέμεται η γύρη στις ωοθήκες του εγκόσμιου ύπνου, εάν το κιάλι μένει ορθάνοιχτο στο ψυχικό ηλιοστάσιο που λύει τόσο ολοκληρωτικά τους βρόγχους της Σαμσάρα, μνημονεύοντας το ανύπαρκτο κινούν της δημιουργίας.»

Στα μετέωρα τούτου του κρημνού αυτοαναφλέγεται η βάτος της συνείδησης, σαρωμένη ως την κατάφωτη μήτρα της ασκληπιακής της εγκοιμήσεως. Εκεί στον ομφαλό του πυθμένα όπου συσσωρεύτηκε ο μόλυβδος των σφαλμάτων, ανασύρει η ψυχή το θαμμένο της λίκνο. Εκεί που καταποντίστηκε το υπαρξιακό εποικοδόμημα διαρρηγνύοντας τον κλωβό του Αυγοειδούς, τώρα φωτίζεσαι απ’ το μελιχρό λυκαυγές ενός ασύντριπτου κολοφώνα. Το αίμα το βοτανεμένο που πλάνταξε απ’ τους ψυχοτρονικούς καταιγισμούς, ποτίζει ξανά τον διονυσιακό σπόγγο της καρδιάς που συγκολλήθηκε με ψιμύθια της σαρκοφάγου απ’ τον χερσαίο αφανισμό της. Έχεις κριθεί κι αποσχιστεί απ’ ό,τι σε βασάνιζε. Μια κεκτημένη φορά κατάληξης στο διάφανο παγοδρόμιο του Είναι. Έτσι το φως του κεριού καθιστά τους αδελφούς πρεσβύτερους ξανά, πέταλα ισοσκελή στους γεωτροπισμούς του εξωγήινου ύπερου, απ’ αρχής στυλωμένα στην τριβή του αγγίγματος που δονεί κι ενώνει χωρίς να εννοεί. Στο γνέψιμο μιας σιωπής δίχως άλλη σημασία, πέρα απ’ τις ονειρικές συνεξομολογήσεις κάτι θεών νηπίων, που ξεχαστήκαν και γελάστηκαν απ’ την αρχαϊκή παντομίμα των κινδύνων τους και τώρα ξεκαρδίζονται κι αλληθωρίζουν από μετάρσιο έρωτα για το ειδωλοκλαστικό τους καραβάνι…

«εκ τυμπάνου βέβρωκα
εκ κυμβάλου πέπωκα
γέγονα μυστικός»

IMG_2454

Χρήστος Γάλλιος Νανδέος
Συνωμότης στις εξωτικές περιπάθειες των Ροβινσώνων και ανεπίκαιρος μάρτυρας στο ανυπόθετο έλεος των θαυμάτων. Οπλίτης στις ξέφραγες φάλαγγες της Εαροσύνης αλλά και αδηφάγος του νόστου! Πλανόδιος με φτερό στο κασκέτο, σε παραδρομές βουλιμίας και σχεδόν προσευχής. Αναγνωρίζω κι ακουλουθώ μια μόνον διαφεύγουσα δικαιοσύνη, στο υπέδαφος της ουρανότευκτης σποράς που οργώνουν οι κολασμένοι, οι ενορατικοί, οι ανέστιοι βασιλείς και οι ευγενείς του πόνου. Σπουδάζω κατανυκτικά τη θνησιγένεια, την εθελούσια ανοησία και τις σφοδρές ανοικειότητες της κατάπληξης. Αναζητώ ηλιακά μαργαριτάρια σε νυκτιφρούρητες κρυψώνες και ρυάκια πεμπτουσίας στα σπήλαια του αχαρτοράφητου. Σκοπός μου, να σβήσω την ιστορία μέσα στη μουσική, να τυφλώσω το πεπρωμένο με αστραπιαίες μονοκοντυλιές της έμψυχης πυράκτωσης και να διαρρήξω όλα τα πέπλα μεταξύ νοητού σπινθήρα κι εντελέχειας – μεταξύ αλγηδόνας κι εκπλήρωσης. Αναπολώ το κρημνώδες, πανάρχαιο τρέμουλο, που υπερχειλίζει αθωότητα, και κάτι διαπνοές απ’ το αχάλκευτο γένος των Θηρανθεμίδων, που θα με ρύσουν στο ανυπότακτο δικαίωμα να χαραμίζομαι για κάτι πιο λαχταριστό απ’ όσα προορίζονται! Τοξικομανής μανικός του Ανείπωτου, φυγὰς θεόθεν καὶ ἀλήτης. Νῦν καὶ ἀεὶ!
Συντονίσου

Comments are closed.